Η ασφάλιση της αστικής ευθύνης των διοικούντων Ανώνυμης Εταιρίας

 

 

Τα τελευταία χρόνια κυρίως μετά το επιχειρηματικό-ηθικό σκάνδαλο του αμερικάνικου συγκροτήματος «Enron», του οποίου η πτώχευση και η κατάρρευση λόγω απόκρυψης στοιχείων από ορκωτούς ελεγκτές, παρέσυρε σε συντριβή μισθωτούς και μετόχους της εταιρίας, εξελίχθηκε μία νέα μορφή αστικής ευθύνης, η ασφάλιση αστικής ευθύνης διοικητών και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων, η οποία γνώρισε μεγάλη διάδοση στις ΗΠΑ και τελευταία βρίσκει εφαρμογή και στη χώρα μας, κυρίως από θυγατρικές και υποκαταστήματα. Στη διάδοση αυτή εκτός των άλλων έχει συντελέσει η νομοθετική και νομολογιακή επίταση των περιπτώσεων ευθύνης των διοικούντων έναντι της εταιρίας και τρίτων, οι περίοδοι εταιρικής οικονομικής κρίσης διεθνώς, που συνδέονται με αντίστοιχη αύξηση της εταιρικής αφερεγγυότητας, και η τάση των δανειστών να στρέφονται ολοένα και συχνότερα ατομικά και κατά των διοικούντων ή αποκλειστικά κατά αυτών. Η ασφάλιση, αυτή, η οποία στη διεθνή πρακτική έχει καθιερωθεί να αναφέρεται με τον αμερικάνικο όρο «Directors’ and Officers’ liability insurance» ή με τα αρχικά των πρώτων συνθετικών «D&OS liability insurance», πρόκειται για σύμβαση υπέρ τρίτου, που συνάπτεται από τον ασφαλιστή και την ΑΕ-λήπτρια για λογαριασμό των μελών του διοικητικού συμβουλίου και καλύπτει τη ζημία των τελευταίων, από την έγερση, εναντίον τους, αξιώσεων τρίτων (δανειστών, εργαζομένων, μετόχων) ή και της ίδιας της εταιρίας για ζημιογόνες και αμελείς (όχι από δόλο) πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, με βάση τους αναληφθέντες από την ασφαλιστική εταιρία κινδύνους. Λειτουργεί, δηλαδή, η εν λόγω ασφάλιση ως μέσο άμυνας και διασφάλισης των διοικητών έναντι των κιν¬δύνων της εταιρικής διαχείρισης, Ταυτόχρονα, βέβαια, και η ίδια η εταιρία επωφελείται από τη σύναψη μίας τέτοιας σύμβασης εφόσον τελικά διασφαλίζεται και η ίδια η εταιρική περιουσία τόσο στην περίπτωση εταιρικών αξιώσεων, όσο και στην περίπτωση αξιώσεων τρίτων, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιείται και στο πλαίσιο οργάνωσης της επιχείρησης της ανώνυμης για την προσέλκυση ικανών στελε¬χών. Από την παραπάνω σύντομη ανάλυση, αποδεικνύεται, ότι το είδος αυτό ασφάλισης αποτελεί έναν εναλλακτικό και ως ένα βαθμό αξιόπιστο μηχανισμό χρηματοδότησης τόσο της ίδιας της εταιρίας και των τρίτων ζημιωθέντων, όσο και κυρίως των διοικούντων- ασφαλισμένων, σε περίπτωση επέλευσης των καλυπτόμενων κινδύνων, καθώς το διαχειριστικό σφάλμα ή οι νομοθετικές παραβάσεις κατά την διαχείριση της εταιρίας δεν παραμένουν «στο τέλος της ημέρας» εις βάρος της ατομικής περιουσίας των διοικούντων, ούτε ως συλλογικό βάρος στους μετόχους ή τους συμβαλλομένους με την εταιρία, αλλά το κόστος ευθύνης μετακυλίεται κατεξοχήν στον ασφαλιστή. Βέβαια, τα διαπιστωμένα αυτά πλεονεκτήματα του προϊόντος καθιστούν επιβεβλημένη αφενός μεν τη νομιμότητα της διαδικασίας σύναψης της σύμβασης, αφετέρου δε την εγκυρότητα του περιεχομένου της και την επικαιροποίηση αυτού ανάλογα με την εξέλιξη του πλαισίου ευθύνη για τα μέλη της διοίκησης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο η νομολογιακή διάπλαση και εξέταση των ασφαλιστι¬κών όρων και σε ελληνικό επίπεδο, που αυτή τη στιγμή ελλείπει, θα συμπληρώσει το πλαίσιο προστασίας, παράλληλα, με τη διάδοση και τη καθιέρωση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων στην ελ¬ληνική αγορά μέσω του ανταγωνισμού των ασφαλιστικών εταιριών, που θα αποκρυ¬σταλλώσει περαιτέρω ευνοϊκά για τον ασφαλισμένο το περιεχόμενο των συμβά-σεων και θα συντείνει στην επαρκέστερη ασφαλιστική κάλυψη.

Ο καλυπτόμενος κίνδυνος 

Ι. Αντικείμενο της ασφάλισης 

Αντικείμενο της κάλυψης στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης των μελών ΔΣ 

ανώνυμης εταιρίας αποτελεί η ζημία στην περιουσία τους, από αξιώσεις της εταιρίας 

και τρίτων προσώπων. Για το λόγο αυτό και πριν από την ανάλυση των 

ασφαλιστικών παραμέτρων κρίνεται σκόπιμη η σύντομη σκιαγράφηση των 

περιπτώσεων ευθύνης και των βάσεων προστασίας της εταιρίας και των τρίτων 

(εργαζομένων, μετόχων, δανειστών) εναντίον των διαχειριστών της ανώνυμης 

εταιρίας. 

Τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς, η αστική ευθύνη των μελών του ΔΣ 

διαχωρίζεται σε εσωτερική, δηλαδή στην ευθύνη, που φέρουν τα μέλη της διοίκησης 

έναντι της εταιρίας και σε εξωτερική, όρος που αναφέρεται στην ευθύνη των 

διοικούντων έναντι των τρίτων δανειστών της εταιρίας, των μετόχων αυτής, αλλά και 

έναντι του Δημοσίου. Το ζήτημα βέβαια της σκιαγράφησης της ευθύνης δεν είναι 

καθόλου απλό ζήτημα καθώς είναι δύσκολο να προσδιοριστούν εκ των προτέρων οι 

ακριβείς υποχρεώσεις των μελών της διοίκησης ή οι περιπτώσεις ζημιογόνας 

συμπεριφοράς, οπότε και τα μέλη της διοίκησης αντιμετωπίζουν διαρκώς έναν μη 

προσδιορίσιμο κίνδυνο, ιδίως σε αποφάσεις, που ενέχουν, εκ της φύσεως τους, 

ιδιαίτερα, αυξημένο επιχειρηματικό ρίσκο. 

ΙΙ. Εσωτερική ευθύνη 

Η εσωτερική ευθύνη των μελών του ΔΣ θεμελιώνεται στο άρθρο 22α§1 εδ.α ΚΝ 

2190/1920, σύμφωνα με το οποίο : «Παν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται 

έναντι της εταιρείας κατά την διοίκησιν των εταιρικών υποθέσεων διά παν αυτού 

πταίσμα.». 

Η στοιχειοθέτηση ευθύνης των διοικούντων προϋποθέτει την υπαίτια και ζημιογόνα 

για την εταιρία αθέτηση των υποχρεώσεών τους. Πρόκειται ουσιαστικά για το 

παράνομο και το υπαίτιο, ως αυτοτελείς όρους της υποκειμενικής ευθύνης. Συνήθης 

παρίσταται η διάκριση των υποχρεώσεων των εταιρικών διοικητών σε δύο επιμέρους 

κατηγορίες, ήτοι την υποχρέωση επιμέλειας (18, 22 και 22α §1,2 ΚΝ.2190/1920) και 

την υποχρέωση (οργανικής) πίστης (duty of loyalty)1. Η υποχρέωση οργανικής 

πίστης, θεμελιώνεται στην ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της εταιρίας και των 

διοικητών της, και καλείται να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις αυξημένες δυνατότητες 

επιρροής που αυτοί διαθέτουν, αναφορικά με την πορεία των εταιρικών υποθέσεων 

και, ιδίως, τη διαχείριση της εταιρικής περιουσίας. Ενόψει αυτών, σκόπιμο είναι να 

επισημανθεί, ότι οι δεσμεύσεις που απορρέουν από την υποχρέωση πίστης, δεν 

ταυτίζονται απόλυτα με αυτές που επιτάσσει η γενική αρχή της συναλλακτικής καλής 

πίστης, αφού σε σχέση με αυτές, είναι αυξημένης εκτάσεως και εντάσεως (ΑΚ 

281,288)2. Οι προαναφερθείσες υποχρεώσεις επιμέλειας και (οργανικής) πίστης είναι 

δύο αόριστες έννοιες, γενικής φύσεως, από τις οποίες, εξειδικευόμενες στη 

συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, απορρέουν δέσμες πολυάριθμων κατ’ ιδίαν 

ειδικότερων υποχρεώσεων3. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, θα αναφέρουμε 

ορισμένες από αυτές: 

1 Βλ. Χ. Λιβαδά., εις Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρίας, Επιμέλεια : Περάκης Ε., 3η Έκδοση, 2010, σελ. 978. Πρβλ. όμως Α.Ι. Φρέρη, εις Ανώνυμες Εταιρίες, Επιστ. Διεύθυνση: Β. Aντωνόπουλος.,- Σ.Μούζουλας., Τόμος ΙΙ, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2013, (σημ. 7) σελ. 164, ο οποίος υποστηρίζει ότι πρόκειται, ουσιαστικά, για μία κύρια υποχρέωση- ήτοι αυτή της επίδειξης καλής πίστης κατά την εκτέλεση της παροχής κατ’ άρθρο 288 ΑΚ- η οποία φαινομενικά προσλαμβάνει διπλή υπόσταση, αναδεικνύοντας τον εξέχοντα χαρακτήρα της υποχρέωσης πίστης των διοικητών της ΑΕ. 2 Βλ. Χ. Λιβαδά., ό. π., σελ. 978, Α.Ι. Φρέρη, ό. π. , σελ. 164, Γ. Σωτηρόπουλο, Η ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου για επιχειρηματικές επιλογές, Πρακτικά 12ου Πανελλ. Συνεδρ. Εμπορ., «Σύγχρονα Ζητήματα εταιρικής ευθύνης», Νομική Βιβλιοθήκη 2003, σελ. 158,160. Από νομολογία βλ. ενδεικτικά ΕφΑθ 4860/2006, ΕΕμπΔ 2007, σελ. 590 επόμ., 592, ΠΠρΛαρ 316/2010, ΕπισκΕΔ 2010, σελ. 893 επόμ., 898,899, οι οποίες υιοθετούν την εξής διατύπωση : «τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου υπέχουν απέναντι στην εταιρία υποχρέωση πίστης. Η υποχρέωση αυτή η οποία είναι απόρροια του χαρακτήρα της σχέσης που συνδέει το μέλος του διοικητικού συμβουλίου με την εταιρία, ως σχέσης εμπιστοσύνης, ξεπερνά τα όρια της γενικής αρχής της καλής πίστης (άρθρα 288 και 281 ΑΚ), καθώς παρουσιάζει άλλη ποιοτική διάσταση και ένταση.». 3 Βλ. Χ. Λιβαδά, ό. π. (σημ. 9), σελ. 978, 979, Μ.-Θ. Μαρίνο, Ζητήματα εφαρμογής του κανόνα επιχειρηματικής κρίσεως (business judgement rule) στο εταιρικό και πτωχευτικό δίκαιο, ΔΕΕ 2009, σελ. 653 επόμ., 653, ο οποίος επισημαίνει ότι η διακριτική ευχέρεια των μελών του ΔΣ εκδηλώνεται εντονότερα στο πλαίσιο της υποχρέωσης επιμελούς διοίκησης, εν αντιθέσει με την υποχρέωση πίστης, στο πλαίσιο της οποίας η διακριτική ευχέρεια είναι ελάχιστη. Πρβλ. ΕφΑθ 4860/2006, ΕΕμπΔ 2007, σελ. 590 επόμ., 592, ΠΠρΛαρ 316/2010, ΕπισκΕΔ 2010, σελ. 893 επόμ., 898, στο πλαίσιο των οποίων γίνεται δεκτό ότι : «Αντίστροφα, αυτή η ανασφάλεια δικαίου επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο να επιδιώξει την κατοχύρωση των θέσεων του στις ίδιες αόριστες, γενικές και ελαστικές 

Η υποχρέωση επιμέλειας επιτάσσει στα μέλη του ΔΣ να τηρούν τις υποχρεώσεις, που 

απορρέουν από το νόμο και το καταστατικό, με βασικό στόχο την προώθηση του 

εταιρικού συμφέροντος4. Και ενώ η τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το 

νόμο ή το καταστατικό αποτελεί ζήτημα ευχερώς διαπιστώσιμο, ωστόσο, η 

αξιολόγηση της προαγωγής του εταιρικού συμφέροντος, παρουσιάζει δυσχέρειες, 

καθώς αυτό ερμηνεύεται άλλοτε μονοσήμαντα ως συμφέρον των μετόχων και άλλοτε 

ευρύτερα ως συμφέρον της επιχείρησης, με αναφορά ιδίως στους εργαζομένους, τους 

προμηθευτές και το δημόσιο συμφέρον. Παρά τις διαφοροποιούμενες προσεγγίσεις, 

στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, γίνεται δεκτό ότι τα μέλη του ΔΣ υπέχουν 

ευθύνη προώθησης των ενδοεταιρικών συμφερόντων, υποχρεούμενα, ωστόσο, στην 

παράλληλη τήρηση της κοινής νομοθεσίας (π.χ. περί προστασίας του περιβάλλοντος, 

ασφάλεια εργασίας κλπ). Υπό συγκεκριμένες, μάλιστα, προϋποθέσεις γίνεται ανεκτή 

η λήψη αποφάσεων, στο πλαίσιο της επονομαζόμενης εταιρικής κοινωνικής ευθύνης

με γνώμονα την προάσπιση εξωεταιρικών συμφερόντων (π.χ. παροχή bonus σε 

εργαζομένους, τοποθέτηση φίλτρων στις μονάδες παραγωγής), στο μέτρο που 

βελτιώνεται μακροπρόθεσμα η εικόνα της εταιρίας («εταιρική κοινωνική ευθύνη»)5

Ειδικότερα στο πλαίσιο της υποχρέωσης επιμελούς διοίκησης εντάσσεται, επιπλέον, 

η φροντίδα της νόμιμης οργάνωσης και λειτουργίας της εταιρικής επιχείρησης, των 

διαδικασιών λήψης αποφάσεων, η πληροφόρηση των άλλων οργάνων και των τρίτων, 

η μη ανάληψη υπέρμετρων επιχειρηματικών κινδύνων και η δέσμευση του ασκούντος 

διαχειριστικά καθήκοντα να συνεργάζεται και να ασκεί συνολική (γενικής φύσεως) 

εποπτεία στα λοιπά μέλη του διοικητικού οργάνου, ακόμα και στις περιπτώσεις 

καταμερισμού των επιμέρους αρμοδιοτήτων6. Εξάλλου, στις περιπτώσεις ιδιαιτέρως 

επικίνδυνων για την εταιρία αποφάσεων, ο εταιρικός διοικητής οφείλει, πέραν της 

έννοιες, κατά τρόπο ώστε να υποστηρίξει την «ορθότητα» της αποφάσεώς του, έννοια επίσης ελαστική και αόριστη στο μέτρο που το κριτήριο του χαρακτηρισμού μιας πράξης ή παράλειψης ως «ορθής» εξετάζονται κατά περίπτωση και με βάση τις ισχύουσες τη συγκεκριμένη στιγμή συνθήκες.» 4 Βλ. Γ. Σωτηρόπουλο, ό.π. σελ. 159. 5 Βλ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, Έκδοση6η, εκδόσεις Α.ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα, Κομοτηνή 2008, σελ. 341, Χ. Λιβαδά, ό. π. (σημ. 9), σελ. 981, Τις ενδεχόμενες συνέπειες ταυτόχρονης επιδίωξης ασύμβατων μεταξύ τους συμφερόντων επισημαίνει και ο Α. Καραγκουνίδης, Η υποχρέωση πίστης των μελών του διοικητικού συμβουλίου (Ιδίως μετά το Ν.3604/2007) εις Ζητήματα από το νέο δίκαιο της ανώνυμης εταιρίας (επιμ. : M.Θ. Μαρίνος), 2009, σελ. 199, 200, ο οποίος μεταφέρει χαρακτηριστικά την φράση : «Η διοίκηση που υπηρετεί ταυτόχρονα περισσότερους «κυρίους» δεν είναι υπόλογη εντέλει απέναντι σε κανέναν». 6 Βλ. Ν. Τέλλη, Υπογραφή και ευθύνη των διαχειριστών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη Αθήνα 1994, (σημ. 7), σελ. 141, Γ. Γασπαρινάτο, Υποχρέωση εποπτείας των μελών του ΔΣ ανώνυμης εταιρίας, Σημ. στην ΕφΑθ 4101/2005, ΔΕΕ 2006, σελ. 1024 επόμ., 1026, 1027. 

αρνητικής ψηφοδοσίας, να κλιμακώσει7 την αντίδρασή του, προς το σκοπό 

ματαίωσής της επιχειρούμενης πράξης. 

Η υποχρέωση πίστης, τώρα, επιτάσσει στους διοικητές της ΑΕ να πράττουν ό, τι 

προάγει (θετικό περιεχόμενο) και να αποφεύγουν ό, τι εμποδίζει (αρνητικό 

περιεχόμενο) την ευόδωση του εταιρικού σκοπού8. Ειδικότερες εκφάνσεις της 

(ορισμένες εκ των οποίων αποτυπώνονται και νομοθετικά) συνιστούν ενδεικτικώς : 

α) κατά πρώτο λόγο, η υποχρέωση των διοικητών να μην αποκαλύπτουν 

επιχειρηματικές πληροφορίες για τις οποίες έλαβαν γνώση, εξαιτίας ακριβώς της 

ιδιότητάς τους (ΑΚ 288) (λ.χ. επιχειρηματικά σχέδια), β) η απαγόρευση κάθε πράξης 

μέλους της διοίκησης, με την οποία επιδιώκεται ατομικό συμφέρον το οποίο 

συγκρούεται αντικειμενικά με το εταιρικό (άρθρ.22α§3α ΚΝ 2190/1920), λ.χ. η 

συστηματική διενέργεια ταξιδιών αναψυχής το οικονομικό βάρος των οποίων φέρει 

πολλές φορές η εταιρία κλπ9, γ) Επιπλέον, η προληπτικού χαρακτήρα υποχρέωση 

έγκαιρης και επαρκούς αποκάλυψης ενδεχόμενων ιδίων συμφερόντων στα λοιπά 

μέλη του διαχειριστικού οργάνου (άρθρ.22α§3,3β ΚΝ 2190/1920), ώστε να καταστεί 

εφικτή η αποτροπή ενδεχόμενης σύγκρουσης (π.χ. μέσω αφαίρεσης εξουσίας 

εκπροσώπησης για μια ή περισσότερες πράξεις κλπ)10. Υποχρέωση αποκάλυψης 

υφίσταται στις περιπτώσεις σύγκρουσης του ατομικού συμφέροντος του διοικητή όχι 

μόνο με το συμφέρον της εταιρίας αλλά και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιριών 

(άρθρ.22α§3,3β σε συνδυασμό με άρθρ. 38§5 περ.β’., 32 Ν. 4308/2014)11. Στην ίδια 

κατεύθυνση κινείται και η νεοεισαχθείσα στο άρθρο 22α παράγραφος 3γ12, η οποία 

προβλέπει ότι εφόσον δηλωθεί περίπτωση σύγκρουσης συμφέροντος ή συντρέχει 

τέτοια περίπτωση, εφαρμόζεται το άρθρο 66 ΑΚ, περί στέρησης δικαιώματος ψήφου. 

7 Για το φάσμα των κλιμακούμενων αντιδράσεων βλ. αναλυτικά σε Ν. Τέλλη ό. π. (σημ. 7), σελ. 140,141, ο οποίος αναλύει το αντίστοιχο ζήτημα στην περίπτωση της Ε.Π.Ε. 8 Βλ. Χ. Λιβαδά, ό. π. (σημ. 9), σελ. 982,983. Κατά τον Α.Ι. Φρέρη, ό. π. (σημ. 7) σελ. 165, η υποχρέωση πίστης, ως έννοια γένους, αποτελεί και την μοναδική υποχρέωση των διοικητών, στους κόλπους της οποίας εντάσσονται όλα τα επιμέρους είδη και υποείδη των παρεπόμενων υποχρεώσεων. 9 Βλ. Χ. Λιβαδά, ό. π. (σημ. 9), σελ. 986. 10 Βλ. Α. Καραγκουνίδη, ό. π. (σημ. 13), σελ. 211, Χ. Λιβαδά, ό. π. (σημ. 9), σελ. 987, όπου και περαιτέρω παραπομπές. 11Το άρθρο 38 Ν.4308/2014 επέφερε από 1.1.2015 την κατάργηση, μεταξύ άλλων, και του άρθρου 42ε ΚΝ.2190/1920, προβλέποντας παράλληλα ότι ενδεχόμενη παραπομπή στην προαναφερθείσα διάταξη θεωρείται ότι αναφέρεται στο άρθρο 32 Ν.4308/2014 (άρθρο 38§5 περ. β ́). 12 Η §3γ προστέθηκε στο άρθρο 22α ΚΝ.2190/1920 με το άρθρο 3 Ν. 4156/2013. 

Οι επιμέρους αυτές υποχρεώσεις βαρύνουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τόσο 

ατομικά, όσο και συλλογικά, καθιστώντας τα, εις ολόκληρον, ευθυνόμενα για την 

αποκατάστασή της, σε περίπτωση παραβίασης τους και πρόκλησης ζημίας στην 

εταιρία (κατ’ άρθρο 48113 και 926 ΑΚ14). Κατά την κρατούσα άποψη15, πρόκειται για 

ευθύνη εκ του νόμου, αδικοπρακτικού χαρακτήρα, στο μέτρο που παραβιάζονται εκ 

του νόμου υποχρεώσεις ή κατ ́ άλλη διατύπωση, για οργανική ευθύνη,16 στο μέτρο 

που οι διοικούντες συνδέονται με την εταιρία με μια ειδική (οργανική) έννομη σχέση. 

Δεν λείπουν, ωστόσο, και φωνές17 που, θεωρώντας ως καθαρά συμβατική τη σχέση 

των διοικούντων με την εταιρία, χαρακτηρίζουν την ευθύνη συμβατική ή 

αδικοπρακτική, ανάλογα με το εάν αυτοί παραβίασαν συμβατική υποχρέωση ή 

τέλεσαν αδικοπραξία σε βάρος της. Ευθύνη, πάντως, δεν στοιχειοθετείται όταν ο 

εταιρικός διοικητής έχει εξασφαλίσει προηγούμενη σύννομη απόφαση της Γενικής 

Συνέλευσης (άρθρο 22α §218 του ΚΝ. 2190/1920). Στη βάση μιας τελολογικής 

ερμηνείας των διατάξεων για τις ελαττωματικές αποφάσεις, υπενθυμίζεται ότι οι μη 

σύννομες αποφάσεις της ΓΣ δεν δημιουργούν υποχρέωση συμμόρφωσης για το ΔΣ, 

13 Άρθρο 481 – «Παθητική ενοχή εις ολόκληρον Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας απ’ αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά». 14 Βλ. Άρθρο 926 «Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία». Αποτελεί δε ξεχωριστό ζήτημα η μετέπειτα διεξαγωγή δίκης μεταξύ των ευθυνόμενων μελών, με αντικείμενο την άσκηση του κατ’ άρθρο 927 ΑΚ δικαιώματος αναγωγής. 15 Υπέρ της άποψης αυτής οι Κ. Παμπούκης, Ζητήματα από την ευθύνη για τη διοίκηση της Ανώνυμης Εταιρίας, ΕΕμπΔ 1985, σελ. 365 επόμ., 370,371, Ιδίου, Εισαγωγικό σημείωμα στην ΕφΘεσ 1801/2008, ΕπισκΕΔ 2008, σελ. 1164 επόμ., 1167, Γ. Σωτηρόπουλος, Παρατηρήσεις στην ΠΠρΑθ 419/2005, ΕΕμΔ 2005, σελ. 308 επόμ., 318, Ιδίου, ό. π. (σημ.1) σελ. 163. 16 Υπέρ της άποψης αυτής ο Ν. Τέλλης, Υπογραφή και ευθύνη των διαχειριστών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, 1994, σελ. 111,112, ο οποίος αναφέρεται μεν στο αντίστοιχο ζήτημα χαρακτηρισμού της ευθύνης των διαχειριστών της ΕΠΕ, η ομοιότητα, ωστόσο, της διάταξης του άρθρου 26 Ν.3190/1955 με αυτήν του άρθρου 22α§1 Ν.2190/1920, δεν δύναται παρά να οδηγήσει σε ανάλογα αποτελέσματα (βλ. σχετικά σε Α.Ι. Φρέρη εις Ανώνυμες Εταιρίες, Επιστ. Διεύθυνση: Aντωνόπουλος Β.,-Μούζουλας Σ., Τόμος ΙΙ, 2013, σελ. 176, υποσημ. 62). 17 Βλ. Ι. Μάρκου, Το διοικητικό Συμβούλιο της ΑΕ, εκδόσεις ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2015, σελ. 265. Πρβλ. ΕφΑθ 4860/2006, ΕΕμπΔ 2007, σελ. 590 επόμ., 590, ΠΠρΑθ 419/2005, ΕΕμΔ 2005, σελ. 308 επόμ., 311, ΠΠρΛαρ 316/2010, ΕπισκΕΔ 2010, σελ. 893 επόμ., 897, στις οποίες γίνεται ξεκάθαρα λόγος για συρροή αξιώσεων, εφόσον η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη των μελών του ΔΣ αποτελεί ταυτόχρονα και αδικοπραξία. 18 Βλ. άρθρο 22α παρ. 2 «………………………Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή που αφορούν εύλογη επιχειρηματική απόφαση η οποία ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος». 

10 

το οποίο αντιθέτως υποχρεούται να μην τις εκτελέσει.19. Συνεπώς, από δογματικής 

άποψης η συμμόρφωση προς σύννομη απόφαση της ΓΣ ιδρύει λόγο αποκλεισμού της 

ευθύνης20. Σημειωτέον πως η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας προσβολής 

θεραπεύει την άκυρη ή ακυρώσιμη απόφαση της ΓΣ, οπότε κατ’ ερμηνεία του νόμου 

θα θεωρηθεί και αυτή σύννομη21. Η ευθύνη τους, επίσης, θα ματαιωθεί και αν το 

μέλος του ΔΣ, επίσης κατ άρθρο 22α παρ.2 «αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια του 

συνετού επιχειρηματία. Η επιμέλεια αυτή κρίνεται με βάση και την ιδιότητα του κάθε 

μέλους και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί», όπως επίσης, και αν αποδείξει22

ότι δε συμμετείχε στην πράξη και πρόσθετα, ότι κατέβαλε κάθε προσπάθεια 

ματαίωσης της απόφασης αυτής ή η απουσία του ήταν δικαιολογημένη. Τέλος ευθύνη 

των διοικούντων της εταιρίας παύει να υπάρχει εφόσον η ΑΕ να προβεί σε παραίτηση 

ή συμβιβασμό, ως προς ενδεχόμενες αξιώσεις της κατ’ άρθρο 22α παρ. 423

Σε περίπτωση παράβασης των ανωτέρω υποχρεώσεων και καθηκόντων (ατομική ή εις 

ολόκληρον ευθύνη του μέλους/μέλη του ΔΣ) το κύριο μέσο προστασίας την 

ανώνυμης εταιρίας είναι η έγερση της εταιρικής αγωγής, μέσω του ΔΣ, που αποτελεί 

το διαχειριστικό της όργανο, δικαστικώς και εξωδίκως24 (22β κν 2190/1920). 

19 Βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, Ο κανόνας της επιχειρηματικής κρίσεως ΧρΙΔ 2009, σελ 116. 20Βλ. Μ-Θ Μαρίνο, Σύννομη απόφαση της ΓΣ ως λόγος απαλλαγής του Διοικητικού Συμβουλίου από την ευθύνη του έναντι του νομικού προσώπου – Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 22αεδ. γ του ν. 2190/1920 ΔΕΕ 2012, σελ. 8. 21Μ.-Θ. Μαρίνο, ό. π. (σημ. 22), ΔΕΕ 2012, σελ 8 22 Υπάρχει αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Απαλλάσσεται, έτσι, η εταιρία, η οποία αντικειμενικά αδυνατεί να υπολογίσει και να αποδείξει ευχερώς το «ποσοστό» της αιτιώδους συμβολής του κάθε μέλους στην επέλευση της ζημίας, από το σχετικό βάρος απόδειξης, η απόδειξη του οποίου μετατίθεται στο μέλος του ΔΣ. 23Βλ. Σ.Μούζουλα. εις Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρίας, Επιμέλεια : Περάκης Ε., Τόμος 3ος, Β’ Έκδοση, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2000, σελ 151, 152, Αντωνόπουλο.Β, Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας και Ε.Π.Ε, Γ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 444, πρέπει να επισημανθούν τα εξής: σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 22α §4, οι πράξεις αυτές, επί ποινή ακυρότητας, λαμβάνουν χώρα μόνο μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεση της αξιώσεως και αφού προηγηθεί ιδιαίτερη απόφαση της συνήθους(τακτικής ή έκτακτης) Γ.Σ. της εταιρίας. Εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει ειδικώς, αρκεί η συνήθης απαρτία και πλειοψηφία του εκπροσωπούμενου στη ΓΣ μετοχικού κεφαλαίου, με την πρόσθετη προϋπόθεση να μην αντιτίθεται σε αυτήν μειοψηφία, που εκπροσωπεί το 1/5 του μετοχικού κεφαλαίου, κατά τρόπο ρητό αλλά όχι κατ’ ανάγκην και αιτιολογημένο. Ως αντίθεση δεν νοείται η αποχή από την ψηφοφορία ούτε η λευκή ψήφος. 24 Αξίζει να σημειωθεί, ότι έχει καταβληθεί μια θεωρητική προσπάθεια εισαγωγής μιας εταιρικής ατομικής αγωγής, στο πρότυπο της αμερικανικής derivative action του άρθρου 26 παρ.2 περί Ε.Π.Ε. και του άρθρου 67 παρ.4 για την Ι.Κ.Ε., όπου κάθε εταίρος μπορεί να ασκήσει την αγωγή στο όνομά του, ως μη δικαιούχος διάδικος, ζητώντας καταβολή στην εταιρία. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή προσκρούει σταθερά στο δικονομικής φύσης ζήτημα της νομιμοποίησης του μετόχου (ως μη δικαιούχου διαδίκου). Από την άλλη οι τρίτοι-δανειστές της εταιρίας, μπορούν μόνο πλαγιαστικώς να ασκήσουν την εταιρική αγωγή υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 72 του ΚΠολΔ «Οι δανειστές 

11 

ΙΙΙ. Εξωτερική ευθύνη 

Από την άλλη πλευρά, στην έννοια των τρίτων στους οποίους αναφέρεται η 

εξωτερική ευθύνη των διοικούντων, περιλαμβάνονται οι μέτοχοι, οι εργαζόμενοι, οι 

πελάτες, οι προμηθευτές, οι πιστωτές, αλλά και το ίδιο το δημόσιο25. Κατά πάγια 

θέση τρίτοι μπορούν να αξιώσουν την αποκατάσταση της ζημίας τους (μέσω των 

διατάξεων περί αδικοπραξίας) έναντι των μελών της διοίκησης στις περιπτώσεις, που 

έχουν υποστεί άμεση ζημία και έχει παραβιαστεί προστατευτικός, επιτακτικός ή 

απαγορευτικός, υπέρ των συμφερόντων τους κανόνας δικαίου ή έχει προσβληθεί 

απόλυτο αγαθό αυτών: 

Κλασσικό παράδειγμα προστατευτικών υπέρ των δανειστών της εταιρίας διατάξεων 

αποτελούν οι δικλείδες ασφαλείας του μετοχικού κεφαλαίου και της απαίτησης 

επαρκούς κεφαλαιοδότησης. Όσον αφορά τους κανόνες επιμέλειας του κν 2190/1920, 

που προαναφέρθηκαν, κρατούσα είναι η θέση, ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι 

προστατευτικές μόνο υπέρ το νομικού προσώπου της εταιρίας, την περιουσία του 

οποίου διαχειρίζονται οι διοικούντες, οπότε και δεν μπορεί να γίνει επίκληση τους 

από τους τρίτους, ακόμη και από τους μετόχους, οι οποίοι και δε συνδέονται 

καθοιονδήποτε τρόπο με τους διοικούντες26

Σε περίπτωση, λοιπόν, που υπάρχει παράβαση απαγορευτικών κανόνων, οι αξιώσεις 

των μετόχων και των πιστωτών της εταιρίας μπορούν να στηριχθούν στις διατάξεις 

περί αδικοπραξίας για την αποκατάσταση της άμεσης ζημίας τους κατά των νομίμων 

διοικητών της εταιρίας (άρθρο 914 ΑΚ), μαζί με τους οποίους θα ευθύνεται κατά το 

άρθρο 71 ΑΚ (σε συνδυασμό με 92627 ΑΚ) εις ολόκληρον και το νομικό πρόσωπο 

έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του». 25 Βλ. ΕφΘεσ 2303/1999, ΔΕΕ 1999, σελ. 1143. 26 Βλ. Μ.Γ. Βαρελά ό.π. σελ. 21. 27 Βλ. Άρθρο 926 – «Ζημία από περισσοτέρους Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία». 

12 

της εταιρίας28, οπότε και όλα τα πρόσωπα θα τελούν σε σχέση ομοδικίας29. Συνεπώς, 

από την εξωτερική ευθύνη μπορεί να πηγάσει και εσωτερική, όταν οι τρίτοι στραφούν 

και κατά της εταιρίας και η τελευταία αναζητήσει την ευθύνη των μελών του ΔΣ, κατ 

άρθρο 22β κν. 2190/1920. 

Περαιτέρω η ατομική αξίωση των μετόχων μπορεί επίσης να θεμελιωθεί στις 

διατάξεις περί αδικοπραξίας και στην περίπτωση παράβασης κανόνων δικαίου, που 

έχουν τεθεί προς το συμφέρον τους. Τέτοιους κανόνες εισάγουν οι διατάξεις περί 

ισολογισμού, περί εγγράφων και δημοσιεύσεων, αλλά και η αρχή της ισότητας ή οι 

κανόνες, που διασφαλίζουν την δυναμική θέση του μετόχου μέσα στην εταιρία, όπως 

λ.χ. στην περίπτωση προσβολής του δικαιώματος προτίμησης λόγω παράνομης 

αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου ή απόκρυψης κερδών κατά την κατάρτιση των 

ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ή διανομής πλασματικά περισσότερων κερδών ή 

άνισων κερδών. Περαιτέρω, η άμεση ζημία του μετόχου στοιχειοθετείται και στην 

περίπτωση παραπλανητικών δηλώσεων, οι οποίες επηρεάζουν την τιμή της μετοχής. 

Αντίστοιχα, ό μέτοχος νομιμοποιείται να εγείρει τις αξιώσεις του στις περιπτώσεις 

υπεξαίρεσης ή παρακράτησης του μερίσματος του30 ή σε περίπτωση παράβασης των 

διατάξεων του καταστατικού, που προκάλεσε βλάβη σε αυτόν ατομικά31. Περεταίρω 

η έκδοση νέων σε αδικαιολόγητη χαμηλή τιμή, η εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων 

σύνταξης του ισολογισμού, που επιφέρει μείωση των διανεμόμενων κερδών ή η μη 

διανομή διανεμητέων κερδών στοιχειοθετεί αντίστοιχα άμεση ζημία του μετόχου. 

Αντίστοιχα προστατευτικές υπέρ των δανειστών νομοθετικές διατάξεις είναι μεταξύ 

άλλων οι διατάξεις περί δόλιας παρέλκυσης της περίπτωσης ή περί μη ορθής τήρησης 

των βιβλίων ή ειδικές διατάξεις του ποινικού δικαίου, που αντίστοιχα παρέχουν το 

πραγματικό της ΑΚ 914, όπως το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, η 

συκοφαντική δυσφήμιση, η απάτη, η καταδολίευση δανειστών. 

28 Βλ. Ν.Κ.Ρόκα, Εμπορικές εταιρίες, έκδοση 5η, εκδόσεις Α. Σάκκουλας, Αθήνα, Κομοτηνή, 2006, σελ. 315. 

29 Εννοείται, ότι σε περίπτωση ευθύνης εις ολοκληρον περισσότερων ατόμων, όπως στην εσωτερική ευθύνη έτσι και εδώ, κατ άρθρο 927 «Εκείνος που κατά το προηγούμενο άρθρο κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών………..». 

30 Βλ. Σ. Μούζουλας, ΔΦΝ 1992, σελ. 489. 31 Βλ. Σ. Μούζουλας, ΔΦΝ 1992, σελ. 489. 

13 

Όσον αφορά τις διαχειριστικές παραβάσεις, που επηρεάζουν έμμεσα τους τρίτους, 

δανειστές και μετόχους της εταιρίας, επειδή οι περιπτώσεις πλήρωσης του 

πραγματικού του άρθρου 914 ΑΚ είναι περιορισμένες, κυρίως λόγω της απαίτησης 

ύπαρξης άμεσης ζημίας στο πρόσωπο των ζημιωθέντων, καθίσταται ιδιαίτερα 

πολύτιμη η διάταξη της ΑΚ 919, εφόσον συντρέχουν όλα τα στοιχεία της. Κατά τα 

γενικώς ισχύοντα για την ενεργοποίηση της διάταξης αυτής απαιτείται γενικός δόλος 

ζημίωσης των εν λόγω προσώπων, ενώ αρκεί ο δράστης να διέβλεψε στη γενική 

κατεύθυνση της ζημίας, οπότε και η γενική αποδοχή της ζημίας των μετόχων ή των 

δανειστών επαρκεί για την ενεργοποίηση της διάταξης, εφόσον και καθόσον 

αποδεικνύεται αντίθετη στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, η βάση αυτή ενεργοποιείται 

στις περιπτώσεις, όπου υπάρχει απαλλοτρίωση σημαντικών περιουσιακών εταιρικών 

στοιχείων με στόχο τη βλάβη των εταιρικών δανειστών και των μετόχων32 ή επί 

παροχής ψευδών πληροφοριών ή διενέργειας πράξεων, που οδηγούν μετά 

βεβαιότητας στην άμεση ζημία αυτών ή όταν υπάρχει δόλια παράλειψη τη 

υποχρέωσης διαφώτισης. Περαιτέρω, η καταπίεση της μειοψηφίας στην ανώνυμη 

εταιρία όταν δεν δικαιολογείται από το συμφέρον της εταιρίας συνιστά ανήθικη 

πράξη και εφόσον πληρούνται και τα άλλα στοιχεία, που η διάταξη θέτει, γεννάται 

ομοίως αξίωση αποζημίωσης33

32 Βλ. ΑΠ 1298/2006, ΕλλΔνη 2006, σελ. 1407. 33 Βλ. Κοκκίνης, Λουκάς. Αφερεγγυότητα κεφαλαιουχικής εταιρίας και ευθύνη διοικούντων έναντι εταιρικών δανειστών (επιμέλεια σειράς Νικόλαος Κ. Ρόκας), έκδοση 1η, εκδόσεις ΑΝΤ.Ν.ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ- Αθηνα, 2001, σελ. 316 . 

14 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ 

Η ασφαλιστική σύμβαση 

Κεφάλαιο πρώτο 

  1. Νομική φύση της σύμβασης 

Η ασφάλιση της αστικής ευθύνη των μελών της διοίκησή ΑΕ αποτελεί γενική, μη 

υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης, καθώς τόσο κατά το ελληνικό δίκαιο 

(άρθρο 2534 Ν 2496/1997), όσο και στην αλλοδαπή δεν προβλέπεται ως υποχρεωτική 

η σύναψή της (με εξαίρεση εκείνης η οποία είναι υποχρεωτική από το νόμο και 

ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 26 του Ν. 2496/1997), ενώ αντίστοιχα οι 

τρίτοι ζημιωθέντες δεν αντλούν απευθείας δικαιώματα κατά του ασφαλιστή από το 

νόμο35. Από τη διάταξη, δε αυτή του άρθρου 25 του Ν. 2496/1997 προκύπτει ότι η 

ασφάλιση της γενικής αστικής ευθύνης καλύπτει τις δαπάνες και την αποζημίωση που 

απαιτούνται για την ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του ασφαλισμένου και οι 

οποίες γεννήθηκαν από πράξεις και παραλείψεις του από τους συγκεκριμένους 

επιχειρησιακούς κινδύνους (των διαχειριστικών καθηκόντων των μελών του ΔΣ), που 

έχουν ρητώς αναληφθεί και συμφωνηθεί για ασφαλιστική κάλυψη36

Λόγω του ανωτέρω περιεχομένου της, η ασφάλιση της αστικής ευθύνης των μελών 

της διοίκησής ΑΕ ταξινομείται στην ασφάλιση ζημιών καθώς υπάρχει συγκεκριμένη 

ασφαλιστική κάλυψη. Δεν καταβάλλεται, δηλαδή, ένα κατ’ αποκοπήν ποσό (όπως 

στην ασφάλιση ποσού, όπου η κάλυψη είναι αφηρημένη), αλλά αποκαθίσταται, μόνο 

η συγκεκριμένη και μόνο ζημία, που προκαλείται στην περιουσία του ασφαλισμένου, 

34Βλ. Αρθρο 25 «Ασφάλιση αστικής ευθύνης. Η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη. Δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου». 35 Βλ. ΕφΛαμ 211/2005, δημοσιευμένη στη νομική βάση ΝΟΜΟΣ. 36 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 251. 

15 

από την πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου (άρθρα 1 και 11 παρ. 1 

Ασφ.Ν.), οπότε και ισχύει και πρωταρχικά και σε αυτήν η αρχή απαγόρευσης 

πλουτισμού του ασφαλισμένου37

Επιπλέον, η ασφάλιση ευθύνης, ως ασφάλιση ζημίας, είναι από τη φύση της κατά την 

κρατούσα άποψη, ασφάλιση παθητικού. Καλύπτει τον ασφαλισμένο, κατ αρχήν από 

τη δημιουργία χρεών στην περιουσία του βασισμένων σε νόμο ή σε σύμβαση, τα 

οποία δημιουργούνται από αξιώσεις τρίτων, που βασίζονται στην αστική του 

ευθύνη38. Συνέπεια του χαρακτηρισμού της ασφάλισης ευθύνης ως ασφαλίσεως 

παθητικού, κατά μία άποψη είναι, ότι δεν υπάρχει η παραδοσιακή έννοια του 

ασφαλιστικού συμφέροντος, διότι δεν υφίσταται κάποιο ενεργητικό στοιχείο της 

περιουσίας με το οποίο να μπορεί να συνδεθεί η ασφαλιζόμενη σχέση39. Ασφαλιστικό 

συμφέρον υπάρχει στην ασφάλιση ενεργητικού, όπου βέβαια, εκείνο, που 

ασφαλίζεται δεν είναι το ίδιο το πράγμα ή η απαίτηση, αλλά η οικονομική σχέση, που 

πρέπει να διατηρείται και κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης40 

και που συνδέει το πρόσωπο με το κάθε στοιχείο της ενεργητικής περιουσίας του, που 

προσδιορίζεται στη σύμβαση και αποτελεί το αντικείμενο του ασφαλιστικού 

συμφέροντος41. Αντίθετα στην ασφάλιση παθητικού, αντικείμενο της ασφάλισης 

είναι η ευθύνη του ασφαλισμένου, τόσο έναντι της καταβολής αποζημιώσεων σε 

τρίτους, όσο και των δικαστικών εξόδων, η οποία όμως δεν μπορεί να προσδιοριστεί 

κατά την κατάρτιση της σύμβασης, όπως και η οικονομική της αξία42. Η ευθύνη δεν 

μπορεί να είναι αντικείμενο συμφέροντος, εφόσον γεννιέται μόνον όταν 

πραγματοποιηθεί ο ασφαλισμένος κίνδυνος και γενικότερα τα παθητικά στοιχεία μιας 

περιουσίας δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν εκ των προτέρων για να αποτελέσουν 

αντικείμενο ασφαλιστικού συμφέροντος43

37 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, ό.π. σελ. 33. 38 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Η Ασφάλιση Ευθύνης και Ιδιαίτερα η υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα, Διδακτορική Διατριβή, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ-Θεσσαλονίκη, 1986, σελ. 13. 39 Βλ. Moeller, ΕΕμπΔ 1956, σελ. 14. 40 Βλ. Ι. Μανιατόπουλο, Η ασφαλιστική περίπτωσις, ΕΕμπΔ 1957, σελ.3. 41 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 210. 42 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά, Η ασφάλιση της αστικής ευθύνης των μελών της διοίκησης ΑΕ, εκδόσεις ΝΟΙΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2008, σελ. 30. 43 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια ό.π. σελ. 212, Ι.Ρόκα, Ιδιωτική Ασφάλιση, έκδοση 11η, εκδόσεις ΑΝΤ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σελ. 115. 

16 

Σύμφωνα με μία άλλη προσέγγιση44, με την ασφάλιση της περιουσίας ως ασφάλιση 

παθητικού ασφαλίζεται ο κίνδυνος δημιουργίας ή επαύξησης παθητικού της περιου- 

σίας του ασφαλισμένου, οπότε το ασφαλιστικό συμφέρον αναφέρεται στη διατήρηση 

της περιουσίας είτε από τον κίνδυνο μείωσής της, είτε από τη δημιουργία παθητικού: 

Κατά την αντίθετη, αυτή, άποψη υπάρχει ασφαλιστικό συμφέρον που συνίσταται 

στην ευθύνη προς αποζημίωση και το οποίο αναφέρεται ως συμφέρον ευθύνης. 

Συνεπώς, στην ασφάλιση της γενικής αστικής ευθύνης ασφαλίζεται η περιουσία ή το 

συγκεκριμένο αγαθόν αυτής, που θυσιάζεται για την κάλυψη της ζημιάς. 

Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι κατά το ισχύον ιδίως δίκαιο δεν αφήνονται περιθώρια 

για την ανάπτυξή αντίθετων θεωριών περί ανυπαρξίας ασφαλιστικού συμφέροντος 

καθώς σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν 2496/1997 μπορεί να ασφαλιστεί κάθε 

περιουσία για την οποία υπάρχει έννομο συμφέρον, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 11 

παρ. 1 του ίδιου νόμου η ζημία μπορεί να συνίσταται στην δαπάνη για την 

απόκρουση απαιτήσεων, οπότε και οι τελευταίες αποτελούν παθητικό, που μπορούν 

να αποτελέσουν αντικείμενο του ασφαλιστικού συμφέροντος. Συνεπώς, εν 

προκειμένω ασφαλιστικό συμφέρον είναι το συμφέρον που έχει ο ασφαλισμένος, ότι 

η περιουσία του δεν θα επιβαρυνθεί με χρέη

Συνεχίζοντας την κατηγοριοποίηση της σύμβασης, η ασφάλιση της αστικής ευθύνης 

των μελών της διοίκησης ανήκει στις μη καταναλωτικές ασφαλίσεις, δηλαδή στις 

ασφαλίσεις, που συνάπτονται για εμπορικούς, βιομηχανικούς ή γενικότερα 

επαγγελματικούς λόγους, οπότε και έχει αμφιμερώς εμπορικό χαρακτήρα, γεγονός 

που επιτρέπει, στις περιπτώσεις που ειδικά τούτο στο νόμο ορίζεται, τη 

συνομολόγηση εξαιρέσεων από τις προβλέψεις του Ν 2496/199745. Βέβαια, δεν είναι 

εντελώς ξεκάθαρο το ζήτημα, αν θεωρείται η συγκεκριμένη ασφάλιση, αμιγώς 

επαγγελματική ασφάλιση ή όχι ή περιέχει απλώς, κάποια στοιχεία της τελευταίας, 

οπότε με αναφορά σε αυτά να δημιουργούνται κάποιες εξαιρέσεις σε σχέση με τις 

ρυθμίσεις του Ασφ.Ν46

44 Βλ. Παπαχρονόπουλος, ΕλλΔνη 2002, σελ. 1265 και 1270. και Γ.Ψαρουδάκη Ασφαλιστικό συμφέρον, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2014, σελ.11-12. 45 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 37. 46 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 12, που αναφέρει στη σελ. ότι η ασφάλιση των μελών του ΔΣ «Λόγω του περιεχομένου της διαφέρει από την ασφάλιση της επαγγελματικής αστικής ευθύνης, που συνήθως αποδίδεται ως «Errors’ and Omissions’ Liability Insurance», η οποία αποτελεί κατεξοχήν κάλυψη της επαγγελματικής ευθύνης κατά την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος» ενώ σε άλλο κομμάτι προς 

17 

Συνήθης μορφή της είναι η σύναψη της ασφάλισης από την (ανώνυμη) εταιρία47, ως 

λήπτρια της ασφάλισης, δηλαδή, αντισυμβαλλόμενη του ασφαλιστή, για λογαριασμό 

των μελών του διοικητικού συμβουλίου, κατ’ άρθρο 948 ν. 2496 (αρχή ελευθερίας 

των συμβάσεων), ως ασφαλισμένων (ασφάλιση ξένου συμφέροντος, καθώς 

ασφαλιζόμενος είναι άλλο πρόσωπο από τον αντισυμβαλλόμενο του ασφαλιστή) 

οπότε και παίρνει τη μορφή της σύμβασης υπέρ τρίτου και μάλιστα κατά το συνήθως 

συμβαίνον γνήσιας (αυτό διότι το δικαίωμα προσδοκίας στην ασφαλιστική 

αποζημίωση γεννιέται αμέσως και απευθείας στο πρόσωπο του τρίτου- 

ασφαλιζόμενου, ΑΚ 411), εφόσον τούτο προκύπτει από τη σύμβαση49. Συνεπώς 

υποστήριξη της ανωτέρω θέσης αναφέρει πως τα μέλη του ΔΣ ασκούν μόνο διαχειριστική δραστηριότητα και όχι επαγγελματική «Η ασφάλιση αυτή αφορά κατεξοχήν την εταιρία, στην οποία έχουν διοριστεί τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και η οποία ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ενώ τα μέλη της μόνο διαχειριστική». Η ίδια, βέβαια, στο σημείο, που γίνεται λόγος για τη κάλυψη της νομικής προστασίας, κάνει επίκληση της εξαίρεσης του άρθρου 7 παρ. 3, περί συνομολόγησης επαγγελματικής ασφάλισης αναφέροντας την ασφάλιση της αστικής ευθύνης των μελών του ΔΣ, ως επαγγελματική (βλ. στο κομμάτι της παρούσας εργασίας για την νομική κάλυψη, όπου παραθέτουμε τη σχετική παραπομπή) Βλ. και Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, ό.π. σελ. 258, η οποία αντιθέτως αναφέρει «Όταν τα διοικητικά και διευθυντικά στελέχη, στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους καθηκόντων». 

47 To γεγονός, ότι συνάπτει τη σύμβαση η εταιρία, έχει πυροδοτήσει, ιδιαιτέρως, την αλλοδαπή, μία μεγάλη συζήτηση κατά πόσο μπορεί να ενταχθεί στο «καθήκον επιμέλειας» και η υποχρέωση σύναψης ασφάλισης της αστικής ευθύνης υπέρ τους, ως (σιωπηρός) όρος της σχέσης της εταιρίας με τα μέλη της διοίκησης. Η, κατά το ελληνικό δίκαιο, ισχύουσα θέση είναι, ότι χωρίς την ύπαρξη αντίστοιχου συμβατικού όρου δεν μπορεί να αξιωθεί η σύναψη μίας τέτοιας ασφάλισης, καθώς δεν υπάρχει νομοθετική διάταξη, που να καθιερώνει ειδική υποχρέωση επιμέλειας και πίστης της εταιρίας έναντι των μελών του ΔΣ, από την οποία, ειδική αυτή σχέση εμπιστοσύνης, να μπορεί να συναχθεί σχετική υποχρέωση. Η με βάση την αντίθετη στο γερμανικό δίκαιο θέση υποστηρίζει ότι στο πλαίσιο της επιμέλειας και πίστης της εταιρίας έναντι των μελών του ΔΣ, εντάσσεται και η υποχρέωση σύναψης και διατήρησης ασφάλισης αστικής ευθύνης για τα μέλη του ΔΣ, τα οποία θα αναλάβουν μάλιστα και τη σύναψη της Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 40. 48 Βλ. άρθρο 9 «Ασφάλιση για λογαριασμό 1. Ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση για λογαριασμό δικό του ή τρίτου. Ο τρίτος μπορεί και να μην ορίζεται στο ασφαλιστήριο (ασφάλιση για λογαριασμό όποιου ανήκει). Σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση θεωρείται ότι καταρτίσθηκε για λογαριασμό του λήπτη της ασφάλισης. 2. Τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Ο ασφαλισμένος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον λήπτη της ασφάλισης, εφόσον έχει λάβει γνώση της σύμβασης και έχει τη δυνατότητα να τις εκπληρώσει». 

49 Βλ. Σ.Δ.Ψυχομάνη, ΔΕΕ 2007, σελ. 768, όπου αναλύεται η περίπτωση ομαδικής ασφάλισης εργαζομένων. Επισημαίνεται, ότι οι αρχικές ασφαλιστικές συμβάσεις, ισχύουν ως γνήσιες συμβάσεις υπερ τρίτων, οι οποίες έγιναν αποδεκτές από τους εργαζομένους ρητά ή σιωπηρά, επομένως γεννούν υποχρεώσεις της αντισυμβληθείσης ασφαλιστικής εταιρίας εκπληρωτέες ευθέως προς τους εργαζομένους (411-412). Αντίθετα εφόσον οι εργαζόμενοι δε συμμετείχαν στη κατάρτιση νέων τροποποιητικών συμβάσεων, οι οποίες είναι δυσμενέστερες των πρώτων και δεν τις αποδέχτηκαν, δεν δεσμεύονται από αυτές καθώς κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τις συνολογηθείσες συμβάσεις τους. 

18 

συνομολογείται ως ασφάλιση υπέρ τρίτου, όπου δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι 

διαφορετικό πρόσωπο από τον αντισυμβαλλόμενο του ασφαλιστή και ο τρίτος 

ασφαλισμένος, δηλαδή το μέλος της διοίκησης της ανώνυμης εταιρίας, μπορεί 

απευθείας να αξιώσει το ασφάλισμα από τον ασφαλιστή50

Με τη διευκρίνιση αυτή η ασφάλιση της αστικής ευθύνης των μελών της διοίκησης 

διαχωρίζεται σαφώς από την ασφάλιση της αστικής ευθύνης της ίδιας της εταιρίας σε 

περίπτωση ζημίας τρίτου, οπότε ασφαλισμένη και δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι 

η εταιρία για την βλάβη που υφίσταται η περιουσία της51 52

βλ. επίσης ΠΠρΑθ 1517/2002, ΕπιΔικΙΑ 2003, σελ. 86, αφορά ασφάλιση εμπορευμάτων μεταφερόμεωνω, όπου έχει συμφωνηθεί, ότι το φορτίο θα ταξιδεύει με κίνδυνο του αγοραστή (αυτό καθώς το άρθρο 522 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου). Γιαυτό το λόγο και έχει συναφθεί από τον πωλητή ασφαλιστική σύμβαση, αφορώσα τη μεταφορά του φορτίου με αντισυμβαλλόμενο τον πωλητή και ασφαλισμένο τον αγοραστή (η σύμβαση δηλαδή αφορά ξένο συμφέρον). Από την σύμβαση προκύπτει βούληση των μερών ο τρίτος (αγοραστής) να δικαιούται να απαιτήσει απευθείας την παροχή από τον υποσχεθεντα ασφαλιστή (411 ΑΚ), ο δε αντισυμβαλλόμενος πωλητής δικαιούται απλώς να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον αγοραστή, βλ. επίσης ΕφΑΘ 4/2006, ΔΕΕ 2006, σελ. 509, αφορά σύμβαση χερσαίας μεταφοράς, όπου από την σύμβαση προκύπτει βούληση των μερών ο τρίτος (αγοραστής) να δικαιούται να απαιτήσει απευθείας την παροχή από τον υποσχεθεντα ασφαλιστή (411 ΑΚ), ο δε αντισυμβαλλόμενος πωλητής δικαιούται απλώς να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον αγοραστή. 50 Βλ. Ι. Ρόκας, Ιδιωτική Ασφάλιση, έκδοση 6η, εκδόσεις Α. ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα- Κομοτηνή 1998 , παρ. 94, 95, 96, 97 και ΑΠ 1597/2001, ΕΕμπΔ 2002, σελ. 365, ΕφΑΘ 120/2002, ΔΕΕ 2002, σελ. 503. 51 Βλ. ΕφΑΘ 4939/2003, που αφορά χρηματιστηριακή εταιρία, που ασφαλίζει την αστική της ευθύνη. 52 Αξίζει να σημειωθεί, ότι είναι πιθανόν η ασφάλιση της αστικής ευθύνης της ίδιας της εταιρίας με την αντίστοιχη για λογαριασμό των μελών του ΔΣ, να συνάπτονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αλληλοεπηρεάζονται και να αλληλοσυμπληρώνονται. Οι παρακάτω περιπτώσεις αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, που συναντώνται στην αλλοδαπή, όπου θεωρούνται διαδεδομένες και ανεπτυγμένες αυτού τους είδους οι ασφαλίσεις. Συγκεκριμένα: Η ασφάλιση της επαγγελματικής αστικής ευθύνης, που συνήθως αποδίδεται ως «Errors’ and Omissions’ Liability Insurance», και που αφορά κατεξοχήν την εταιρία, στην οποία έχουν διοριστεί τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να προσφέρεται συμπληρωματικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης των διοικούντων από τον ίδιο τον ασφαλιστή ή να ενσωματώνονται στο ίδιο ασφαλιστήριο: Ειδικότερα, δεν αποκλείεται να έχει συμφωνηθεί η κάλυψη της περιουσιακής ζημίας λογω άσκησης της ασφαλισμένης δραστηριότητας και να καλύπτεται ειδικά και επιπλέον η ευθύνη των μελών του οργάνου διοίκησης, εφόσον εκπροσώπησαν το νομικό πρόσωπο στις συγκεκριμένες ζημίες, οπότε και με αυτή την κάλυψη συνομολογούνται ασφαλίσεις για όλες τις περιπτώσεις, που στρέφονται τρίτοι ευθέως κατά της εταιρίας ή των μελών της διοίκησης. Περαιτέρω, η σύμβαση της αστικής ευθύνης των μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατόν να συνδυαστεί και με την ασφάλιση της ζημίας από ποσά που θα καταβάλει σε τρίτους ή στους διοικούντες της για τη ζημία, που προκαλείται από τους τελευταίους: Στην περίπτωση αυτή η ανώνυμη εταιρία δεν είναι μόνο λήπτρια της ασφάλισης, αλλά και ασφαλισμένη ενώ η ασφάλιση αυτή είναι αυτοτελής και αναφέρεται ως «Corporate Reimbursement Coverage». Το είδος αυτό ασφάλισης χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και στην Αγγλία, όπου έχουν αναπτυχθεί τρεις τύποι ασφαλιστηρίων: Ο τύπος A (side Α), ο οποίος καλύπτει τους διοικούντες στο μέτρο και στο βαθμό που δεν έχουν ικανοποιηθεί από την εταιρία, ο τύπος Β (side Β) που καλύπτει την εταιρία στο μέτρο και στο βαθμό που έχει αποκαταστήσει τη ζημία των μεμονωμένων διοικούντων και ο τύπος C (side C), που είναι νεότερος στην ασφαλιστική αγορά και, καλύπτει και την ίδια την εταιρία για τη δική της αστική ευθύνη έναντι τρίτων, με κύριο περιεχόμενο τις παραβάσεις χρηματιστηριακής νομοθεσίας. 

19 

Η συνομολόγησή της ως σύμβασή υπέρ τρίτου διευκολύνει την κάλυψη της εις 

ολόκληρον ευθύνης των μελών του ΔΣ, παρόντων, μελλοντικών και παρελθοντικών, 

συντείνει στην αποφυγή κενών και άλλων ελλείψεων στη σύμβαση και εξοικονομεί 

ασφάλιστρα, τα οποία και θα ήταν σημαντικά υψηλότερα, εφόσον η κάλυψη ήταν 

ατομική, ενώ θα συνεπαγόταν αντίστοιχα σημαντική αύξηση και στις διοικητές 

αμοιβές. Το πλεονέκτημα βέβαια που δημιουργείται για την ανώνυμη εταιρία είναι 

ότι αυτή συνήθως κατέχει το ασφαλιστήριο και μπορεί να το χρησιμοποιήσει μόνη 

αυτή στις αντιδικίες με τα μέλη της διοίκησης53

Με την ανωτέρω κατασκευή η λήπτρια της ασφάλισης δηλαδή η ανώνυμη εταιρία 

συνάπτει την ασφάλιση προς όφελος των μελών του διοικητικού συμβουλίου ως 

ασφαλισμένων προσώπων και δανειστών του ασφαλίσματος, ενώ αυτή παραμένει 

οφειλέτη των ασφαλίστρων έναντι του ασφαλιστή. Ως λήπτρια της ασφάλισης δεν 

έχει καμία απευθείας αξίωση στο ασφάλισμα, παρά μόνο δικαιούται να απαιτήσει την 

καταβολή αυτού στον ασφαλισμένο54. Επειδή, ακριβώς, το δικαίωμα στο ασφάλισμα 

ανήκει στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, σε περίπτωση πτώχευσή της λήπτριας 

της ασφάλισης η ασφαλιστική αποζημίωση δεν εντάσσεται στην πτωχευτική 

περιουσία55

Η κατασκευή αυτή ταυτόχρονα και σύμφωνα με όσα εξειδικεύονται κατωτέρω, 

καθιστά την ΑΕ και υπεύθυνη (μαζί με τους ασφαλισμένους) για την τήρηση των 

υποχρεώσεων από το ασφαλιστήριο, ενώ η ίδια είναι η μόνη που μπορεί να το 

καταγγείλει ή να το τροποποιήσει ή να ασκήσει το δικαίωμα εναντίωσης (κατ’ άρθρο 

2 παρ. 5 και 6 Ν. 2496/1997)56. Βέβαια αν οι τρίτοι-ασφαλισμένοι, που δεν συμμετέ- 

χουν στην κατάρτιση των νέων τροποποιητικών συμβάσεων, οι οποίες μπορεί να 

είναι δυσμενέστερες των πρώτων και κατά συνέπεια συνιστούν συμβάσεις σε βάρος 

τους, δηλαδή σε βάρος τρίτων, δεν τις αποδεχθούν, δεν δεσμεύονται από αυτές και 

Αρκετά συχνά, επιπλέον, καλύπτεται συνδυαστικά και η αστική ευθύνη της ίδιας της λήπτριας της ασφάλισης (της ανώνυμης εταιρίας) έναντι τρίτων, γεγονός που δημιουργεί ζητήματα στη κατανομή του ασφαλιστικού ποσού και των εξόδων της νομικής προστασίας, όταν ενέχονται σωρευτικά νομικό πρόσωπο και οι διοικούντες αυτού,βλ Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 12. 53 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 32. 54 Βλ. ΕφΑΘ 4/2006, ΔΕΕ 2006, σελ. 509 και ΠΠρΑθ 1517/2002, ΕπιΔικΙΑ 2003, σελ. 86, όπου αναφέρθηκαν και ανωτέρω. 55 Βλ. Μ.Γ. Βαρελά ό.π. σελ. 33. 56 Βλ. ΜΠρΛαρ 106/2004 δημοσιευμένη στη νομική βάση ΝΟΜΟΣ. 

20 

είναι άκυρες σύμφωνα την αρχή της σχετικότητας των ενοχών57, διαπίστωση χωρίς 

σημαντική αξία, καθώς συνήθως τα ασφαλιστήρια είναι ετήσια58

Αντίθετα, η βασική δέσμευση των μελών του ΔΣ είναι η μη πλήρωση των προϋ- 

ποθέσεων εκείνων που θα τα αφήσουν χωρίς κάλυψη, δηλαδή η μη παράβαση των 

ασφαλιστικών βαρών. Αξίζει να αναφερθεί, ότι ενώ η λήπτρια της ασφάλισης δεν 

εκπροσωπεί τους ασφαλισμένους, δηλαδή δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος τους, ώστε 

τα αποτελέσματα να επέρχονται απευθείας στο πρόσωπο τους, αλλά στο όνομα της, 

για λογαριασμό, βέβαια, των ασφαλισμένων, γι αυτό και στο πρόσωπο της κρίνεται η 

ικανότητα δικαιοπραξίας, ό δόλος, η πλάνη κ.λπ59. Λόγω της διαμόρφωσης αυτής της 

σύμβασης ως υπέρ τρίτου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 173 ΑΚ (κατά την ερμηνεία 

της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις 

λέξεις) και 200 ΑΚ (ερμηνεία με βάση την καλή πίστη ) οι ασφαλισμένοι αρκεί να 

είναι οριστοί και όχι ορισμένοι, δηλαδή δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζονται 

ονομαστικώς ή και αριθμητικώς αρκεί να προσδιορίζονται επαρκώς και να 

καθίσταται διαγνωστό από την ίδια την σύμβαση υπέρ τίνων προσώπων εκδηλώθηκε 

το ενδιαφέρον (δηλαδή υπο ποία ιδιότητα τα πρόσωπα καλύπτονται), κατασκευή που 

επιτρέπει και την κάλυψη των προσώπων, που στο μέλλον θα αναλάβουν τη διοίκηση 

της ανώνυμης εταιρίας60. Συνεπώς, οι ασφαλισμένοι έχουν άμεσο δικαίωμα κατά του 

ασφαλιστή, ενώ τα δικαιώματά τους κατά του λήπτη της ασφάλισης για την κάλυψη, 

που παρέχεται ή για τους όρους αυτής καθορίζονται από τη σχέση που τους συνδέει 

με την ανώνυμη εταιρία και τη φύση της υπόσχεσης σύναψης και διατήρησης της 

σχετικής σύμβασης ως παροχής από την ανώνυμη εταιρία, η οποία αναλύεται 

κατωτέρω. 

Πέραν των ανωτέρω, επειδή με τη συγκεκριμένη ασφάλιση καλύπτεται μία ομάδα 

προσώπων με κοινά χαρακτηριστικά, δηλαδή την ιδιότητα των μελών του διοικητικού 

συμβουλίου ΑΕ, η σύμβαση αυτή αποτελεί και ομαδική σύμβαση, η οποία καλύπτει 

την ευθύνη του καθενός ασφαλισμένου αυτοτελώς61. Η ομαδική ασφάλιση αποτελεί 

πολυπρόσωπη ασφάλιση, στην οποία συνήθως υπάγονται συμφέροντα που υπόκεινται 

57 Βλ. Σ.Δ.Ψυχομάνη, ΔΕΕ 2007, σελ. 768, όπου αναλύεται αυτή η περίπτωση. 58 Βλ. Μ.Γ. Βαρελά ό.π. σελ. 33. 59 Βλ. Χ. Βερβενιώτη, ΕπισκΕΔ 2007, σελ. 690 (αφορά ομαδική ασφάλιση εργαζομένων). 60 Βλ. ΕφΑθ 120/2002, ΔΕΕ 2002, σελ. 506. 61 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 34. 

21 

στον ίδιο κίνδυνο62. Ειδικότερα, ως ομαδική ασφάλιση, που στερείται ειδικής 

νομοθετικής πρόβλεψης και χαίρει μόνο αποσπασματικής ρύθμισης στο άρθρο 29 

παρ.363 Ν 2496/1997, χαρακτηρίζεται η περίπτωση, όπου με μία ασφαλιστική 

σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχει 

απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι 

οποίοι κάτω υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους64

Υποστηρίζεται, ωστόσο, ότι η ομαδική ασφάλιση είναι μία σύμβαση πλαίσιο όπου 

δημιουργούνται περισσότερες επιμέρους ασφαλιστικές συμβάσεις65. Η πρώτη θέση 

φαίνεται ορθότερη66, διότι η ασφαλιστική σύμβαση είναι μία και ενιαία και ισχύει γα 

όλους τους ασφαλισμένους. Μεταξύ του ασφαλιστή και κάθε ασφαλισμένου ιδρύεται 

μία ασφαλιστική σχέση και όχι μια σύμβαση67

Λόγω του πολυπρόσωπου αυτού συνδέσμου η είσοδος και η έξοδος κάθε 

ασφαλισμένου αναγγέλλεται στον ασφαλιστή68. Συνήθως εκδίδεται ένα ασφαλιστήριο 

που παραδίδεται στον αντισυμβαλλόμενο-εργοδότη, τα δε μέλη της ομάδας 

καθορίζονται στο ασφαλιστήριο με αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή με βάση κάποιες 

ιδιότητες ή δραστηριότητες τους, ενώ για κάθε ασφαλισμένο εκδίδεται ένα 

αποδεικτικό ασφάλισης για την κατοχύρωση της νομικής του θέσης69. Η έκλειψη της 

ιδιότητας που ενέταξε το πρόσωπο στους ασφαλισμένους της ομαδικής ασφάλισης 

δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης, αλλά αυτή παύει να παράγει αποτελέσματα μόνο 

ως προς το συγκεκριμένο ασφαλισμένο, του οποίου η σχέση έχει λήξει ή έχει λυθεί 

χωρίς να θίγεται και το κύρος της υπόλοιπης σύμβασης, γεγονός που ενισχύει τη 

φύση της σύμβασης ως ενιαίας με πολλές ασφαλιστικές σχέσεις κατά την κρατούσα 

άποψη70

62 Βλ. Χ. Βερβενιώτη, ΕπισκΕΔ 2007, σελ. 689. 63 Βλ. άρθρο 29 παρ. 3 «……..3. Στην ατομική ασφάλιση ο λήπτης της ασφάλισης έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλιστή την εξαγορά της ασφάλισης μετά πάροδο χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο ασφαλιστήριο και το οποίο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο των τριών (3) ετών. Στην ομαδική ασφάλιση μπορεί να συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό». 64 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Η ομαδική ασφάλιση προσώπων ως ασφάλιση ποσού, Ενθύμημα Αλκή Αργυριάδη, εκδόσεις ΑΝΤ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ 1996, σελ. 1199, βλ. Αλκή Αργυριάδη, Δικαιούχος από Ομαδική Ασφάλιση Ατυχήματος, ΕΕμπΔ 1985, σελ. 741, ΜΠρΑθ 903/1999, σελ. 111. 65 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια ό.π. σελ. 1200, όπου αναφέρεται η συγκεκριμένη άποψη ενδεικτικά. 66 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια ό.π. σελ. 1200. 67 Βλ. Μ.Γ. Βαρελά ό.π. σελ. 35. 68 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια ό.π. σελ. 1200. 69 Βλ. Χ. Βερβενιώτη, ΕπισκΕΔ 2007, σελ. 690. 70 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια ό.π. σελ. 1218. 

  1. Το επιτρεπτό ή επιβεβλημένο της σύναψης της 

Α. Η συμβατότητα της με το εταιρικό δίκαιο 

Η ίδια η σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης των μελών του ΔΣ, αποτέλεσε ένα 

πεδίο έντονων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων στους κόλπους της νομικής 

επιστήμης σε παγκόσμιο επίπεδο καθώς η σύναψη και συνομολόγηση της 

ασφαλιστικής κάλυψης των μελών της διοίκησης έχει αμφισβητηθεί τόσο ως εν γένει 

αντίθετη στις διατάξεις και τις αρχές του εταιρικού δικαίου, όσο και ειδικά λόγω της 

συνήθους σύναψής της, ως σύμβασης υπέρ τρίτου και συνεπώς λόγω της 

χρηματοδότησης των ασφαλίστρων από την ανώνυμη εταιρία. 

Υπάρχει, λοιπόν, η άποψη, που υποστηρίζει πως η σύναψη της ασφάλισης της 

αστικής ευθύνης για τα μέλη του ΔΣ δεν είναι νόμιμη καθώς μπορεί να θεωρηθεί ότι 

ισοδυναμεί με εκ των προτέρων παραίτηση της εταιρίας από την αναζήτηση της 

ευθύνης των μελών του ΔΣ, ότι αντιτίθεται στη δικαιοπολιτική ανάγκη καταλογισμού 

της ευθύνης στα μέλη του ΔΣ και το κυριότερο, ότι συνιστά αθέμιτη διάθεση 

εταιρικής περιουσίας71

Στο αντίποδα, η κρατούσα σε όλες τις δικαιικές τάξεις υποστηρίζει, ότι με τη 

συγκεκριμένη ασφάλιση δεν καταστρατηγούνται οι κανόνες της ΑΕ περί απαλλαγής 

από την ευθύνη των μελών της διοίκησης καθώς η εταιρία δεν παραιτείται εκ των 

προτέρων από συγκεκριμένη αξίωση72. Επιπλέον η προθεσμία μετά από την οποία 

χωρεί παραίτηση της ΓΣ για τις σχετικές αξιώσεις (βλ. λ.χ. άρθρο 22α παρ.4 ΚΝ 

2190/1920), στόχο έχει να διασφαλίσει μία καθαρή εικόνα στην εταιρία, ώστε να 

ασκήσει τις αξιώσεις, ενώ αφετηρία της είναι (άρθρο 22α παρ.5 ΚΝ 2190/1920) η 

διάπραξη της πράξης, προϋποθέσεις, που δεν σχετίζονται με την ασφάλισης της 

αστικής ευθύνης. Επιπλέον, υπάρχουν τόσο γενικά στην αγορά και στις εταιρικές και 

ασφαλιστικές διατάξεις, όσο και μέσα στη συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση 

αφενός μηχανισμοί ανασταλτικοί στην πρόκληση του κινδύνου, όπως η απαγόρευση 

πλουτισμού, η μη κάλυψη επί δόλιας πρόκλησης του κινδύνου, η συχνά απαιτούμενη 

ίδια συμμετοχή στο ασφάλισμα, οπότε και λειτουργεί τελικά προς όφελος όλων των 

71 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 37, όπου παρατίθεται η ξενόγλωσση βιβλιογραφία προς υποστήριξη της άποψης αυτής. 72 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 36, 38. 

23 

συμμετεχόντων (εξασφαλίζεται ο συνετός διοικών καθιστώντας παράλληλα πιο 

λειτουργική και πιο αποδοτική την εταιρική διακυβέρνηση).

ης σύμβασης από την ανώνυμη εταιρία 

Κρίσιμο και ιδιαιτέρως σημαντικό είναι η διαδικασία για την σύναψη και 

συνομολόγηση της σύμβασης ασφάλισης και ειδικότερα προκειμένου για το ελληνικό 

δίκαιο το κατά πόσο απαιτείται η συναίνεση της γενικής συνέλευσης μέσα από το 

άρθρο 23α παρ.2 και 3 του ΚΝ 2190/1920 ή μέσα από το άρθρο 24 παρ.2 του αυτού 

νόμου. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται πρωταρχικά από το χαρακτηρισμό 

της συγκεκριμένης σύμβασης, ως σύμβασης υπέρ τρίτου η οποία και αναλύθηκε 

παραπάνω αλλά εδώ θα ειδικεύσουμε κάποιες παραμέτρους της και κατ’ επέκταση 

από τη φύση της παροχής που προσφέρει η ΑΕ, δηλαδή από τη φύση των 

ασφαλίστρων, τα οποία καταβάλλει η ΑΕ ως λήπτρια της ασφάλισης για λογαριασμό 

των ασφαλισμένων μελών του ΔΣ. 

  1. Φύση των ασφαλίστρων 

Ένα πρώτο ζήτημα, που ενδιαφέρει είναι αν τα ασφάλιστρα για την κάλυψη της 

αστικής ευθύνης των μελών του ΔΣ τόσο έναντι της εταιρίας, όσο και έναντι τρίτων 

αποτελούν μισθό ή άλλη παροχή υπέρ των μελών της διοίκησης ή συνιστούν δαπάνη 

που συνδέεται με την δραστηριότητα της ανώνυμης εταιρίας και εξυπηρετεί 

ουσιαστικά αυτήν. 

Στο ελληνικό δίκαιο οι προϋποθέσεις και η διαδικασία παροχής αμοιβής στα μελή της 

διοίκησης ορίζονται στο άρθρο 24 του ΚΝ 2190/1920, ιδίως στην 2η παραγράφου 

24 

αυτού, για την περίπτωση, που δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό73. Σε 

αντίθεση με τις αμοιβές από τα κέρδη (παρ. 1 του άρθρου 24) οι αμοιβές αυτές 

επιβαρύνουν την εταιρική περιουσία, όπως τα άλλα γενικά έξοδα74 και πρέπει να 

καταβληθούν ανεξάρτητα από το αν η εταιρία είχε κέρδη ή όχι75. Η διάταξη του 

άρθρου 24 παρ. 2 προβλέπει επίσης, ότι για την παροχή τέτοιου είδους αμοιβής ή 

αποζημίωσης, εφόσον είναι «μη καθοριζομένη κατά ποσόν υπό του Καταστατικού» 

απαιτείται να «εγκριθή δι’ ειδικής αποφάσεως της τακτικής γενικής συνελεύσεως». 

Αυτό, ώστε να έχουν οι τελευταίοι ακριβή εικόνα της οικονομικής κατάστασης της 

εταιρίας από τους ετήσιους ισολογισμούς της και να είναι σε θέση να κρίνουν αν 

αυτή η κατάσταση επιτρέπει την παροχή έκτακτης αμοιβής ή αποζημίωσης στους 

διοικούντες της76. Εφόσον δεν τηρηθούν οι σχετικές προβλέψεις του ανωτέρω 

άρθρου, τα μέλη του ΔΣ μπορούν να ζητήσουν μόνο την αποκατάσταση των εξόδων 

τους κατά τις διατάξεις περί εντολής77

Η προβλεπόμενη στο ανωτέρω άρθρο αμοιβή ή αποζημίωση των συμβούλων, η 

οποία, όπως προαναφέρθηκε, βαρύνει τα γενικά έξοδα οφείλεται λόγω της άσκησης 

των διαχειριστικών καθηκόντων78 (αν δεν προβλέπεται αμοιβή για τον διευθύνοντα 

σύμβουλο ή για τον γενικό διευθυντή, τότε αυτοί συνδέονται με σχέση εντολής με 

την εταιρία) και μπορεί να καταβάλλεται τόσο κατά τη διάρκεια παροχής των 

υπηρεσιών τους, όσο και μετά το διάστημα αυτό, δηλαδή ως αποζημίωση μετά τη 

λήξη της θητείας τους και την αποχώρηση τους ή ως σύνταξη προς τον σύμβουλο ή 

προς μέλος της οικογένειας του και μπορεί να συνίσταται στην καταβολή 

οποιουδήποτε είδους αμοιβής ή αποζημίωσης, όπως πάγια αντιμισθία, αποζημίωση 

κατά συνεδρίαση, συμμετοχή στις πωλήσεις ή στις προμήθειες, καθώς και σε άλλες 

μη χρηματικές παροχές, όπως στη χρήση αυτοκινήτου της εταιρείας, σε δωρεάν 

εισιτήρια κ.ο.κ.. 

73 Βλ. άρθρο 24 παρ. 2 ν. 2190/1920 «Πάσα ετέρα, μη καθοριζομένη κατά ποσόν υπό του καταστατικού, χορηγουμένη δε εξ οιουδήποτε λόγου εις σύμβουλον αμοιβή ή αποζημίωσις θεωρείται βαρύνουσα την εταιρείαν, μόνον, εάν εγκριθή δι’ ειδικής αποφάσεως της τακτικής γενικής συνελεύσεως. Αύτη δύναται να μειωθή υπό του Δικαστηρίου εάν κατ’ αγαθήν κρίσιν είναι υπέρογκος και αντετάχθησαν κατά της ληφθείσης αποφάσεως μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/10 του εταιρικού κεφαλαίου». 74 Βλ. Κ. Παμπούκη, Αρμενόπουλο 1982, σελ. 181. 75 Βλ. Ν. Ρόκας, ΝοΒ 1987, σελ. 675. 76 Βλ. ΕφΘες 55/1999, ΔΕΕ 1999, σελ. 297.Τέτοια παροχή είναι και η αποζημίωση, που δίδεται εφάπαξ σε μέλος του ΔΣ ή γενικό διευθυντή κ.λπ., μετά την αποχώρηση ου από την εταιρία. Η παροχή αυτή δεν δίδεται σε εκτέλεση σχετικής σύμβασης αλλά από ελευθεριότητα. 77 Βλ. Ν.Ρόκα ό.π. σελ. 675. 78 Βλ. Γ. Αληφαντής, Λογιστής 1994, σελ. 1603 και Αλεξάνδρου, Λογιστής 2001, σελ. 1523. 

25 

Κατά μία λοιπόν άποψη, η οποία απ ότι φαίνεται είναι και η κρατούσα στην ελληνική 

έννομη τάξη στην ευρεία διατύπωση του άρθρου 24 του ΚΝ 2190/1920 εντάσσονται 

και τα ασφάλιστρα, που καταβάλει η ανώνυμη εταιρία και που πληρούν κατ’ αρχήν 

την έννοια της αμοιβής κατά την παρ. 2 του άρθρου 24, που καταβάλλεται στα μέλη 

της διοίκησης. Όπως επισημαίνεται79 μάλιστα, σύμφωνα με την παραλλαγή της 

παλαιότερης θέσης, που επικρατούσε στο γερμανικό δίκαιο, θα πρέπει να γίνεται 

διάκριση αν και κατά πόσο αυτές οι εκτός μισθού80 αμοιβές καταβάλλονται σε 

εξόφληση υπηρεσιών, που προσφέρουν οι σύμβουλοι λόγω υποχρέωσης εκ του νόμου 

ή εκ του καταστατικού ή αν πρόκειται για παροχές άνευ ανταλλάγματος χωρίς νόμιμη 

ή συμβατική υποχρέωση81 . Οι τελευταίες αυτές παροχές82, αποτελούν δωρεές ή 

πράξεις ελευθεριότητας, οι οποίες, επειδή ακριβώς συμβάλλουν στην επωφελή 

άσκηση της εταιρικής επιχείρησης, έστω και έμμεσα, αποτελούν πράξη διοίκησης της 

ΑΕ, που ανήκουν στην αρμοδιότητα του ΔΣ, καθώς με αυτές δημιουργείται καλή 

φήμη για την εταιρία, αυξάνεται το γόητρό της, διαφημίζεται αυτή και τελικά 

ωφελείται η επιχείρησή της83 84. Έτσι λοιπόν και οι τελευταίες αυτές παροχές 

περνούν μέσα από το άρθρο 24 του ΚΝ 2190/1920 ακριβώς για λόγους προστασίας 

των μετόχων, οι οποίοι αποφασίζουν για κάθε παροχή προς όφελος των μελών του 

διοικητικού συμβουλίου, ως αντιπαροχή στις υπηρεσίες τους. Με βάση τα όσα 

προαναφέρθηκαν και σε αντίθεση με την κατώτερω αναλυόμενη άποψη, η καταβολή 

των ασφαλίστρων της αστικής ευθύνης των μελών της διοίκησης προσομοιάζει καλύ- 

τερα με παροχή χωρίς νόμιμη υποχρέωση, η οποία τελεί σε σύνδεση ή σε αναφορά 

της δραστηριότητας των μελών του οργάνου της ΑΕ. Ως αντιπαροχή-αμοιβή ή 

αποζημίωση, δηλαδή, για την παροχή των διαχειριστικών τους καθηκόντων, από την 

οποία βέβαια δεν παύει να ωφελείται και η εταιρία διασφαλίζοντας τους όρους 

79 Βλ. Μ.Γ. Βαρελά ό.π. σελ. 48. 80 Ο όρος «εκτός μισθού» για τις συγκεκριμένες αμοιβές (δηλαδή και για τα ασφάλιστρα κατά μία άποψη) χρησιμοποιείται προκειμένου να διακρίνει τις αμοιβές οι οποίες δίδονται από την εταιρία σε πρόσωπα, για παροχές των τελευταίων προς τη πρώτη, όχι όμως στο πλαίσιο εξαρτημένης εργασίας αλλά στο πλαίσιο σχέσεως εντολής ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως είναι και η ανάληψη διαχειριστικών καθηκόντων. 81 Βλ. Γ. Αληφαντής, Λογ 2000, σελ. 1536. 82 Βλ. Γ. Αληφαντής, Λογ ό.π σελ. 1535, ΣΤΕ 569/1991, Λογ 1992, σελ. 581. 83 βλ. ΣΤΕ 569/1991, μέσω τέτοιων παροχών λ.χ. προς το προσωπικό, όπως δάνεια στο προσωπικό, υποτροφίες τέκνων εργαζομένων, χορήγηση σύνταξης σε χήρα εργαζομένου η ανωτάτου στελέχους, αυξάνεται ο ζήλος και η παραγωγικότητα των εργαζομένων και επομένως εξυπηρετείται ο σκοπός της εταιρίας καλύτερα. 84 Βλ. Γ. Αληφαντής, Λογ ό.π σελ. 1536. Αξίζει πάντως να επισημανθεί, ότι οι δωρεές υπο ευρεία έννοια κατά κανόνα δεν ανήκουν στην εξουσία του ΔΣ, ούτε μπορεί να περιβληθούν στο σκοπό της ΑΕ, γιατί δεν αποτελούν τρόπο επιδίωξης του εταιρικού σκοπού. 

26 

δραστηριοποίησης των μελών της διοίκησης και δημιουργώντας τις συνθήκες για την 

προσέλκυση ικανών στελεχών. 

Κατά την αντίθετη άποψη, η οποία είναι πλέον κυρίαρχη85 στο Γερμανικό δίκαιο, οι 

παροχές της εταιρίας προς τον ασφαλιστή της αστικής ευθύνης των μελών του ΔΣ, 

δεν συνιστούν αμοιβή ή αποζημίωση των διοικούντων τους καθώς δεν δίνονται για 

την εξυπηρέτηση των ιδιωτικών αναγκών των τελευταίων, αλλά είναι δαπάνες 

λειτουργικές για τη διευκόλυνση λειτουργίας της επιχείρησης, για τη προσέλκυση 

ικανών στελεχών και για τη χρηματοδότηση αυτής σε περίπτωση έγερσης εταιρικών 

αγωγών κατά των μελών της διοίκησης τα οποία δεν λαμβάνουν καθόλου μέρος στη 

διαδικασία σύναψης και διαπραγμάτευσης της ασφάλισης. Αυτό, που ασφαλίζεται 

είναι η διαχείριση συνολικά και όχι μεμονωμένος διαχειριστής. Τα ασφάλιστρα (αλλά 

και το ασφαλιστικό ποσό ή το ασφάλισμα) δεν αφορούν μεμονωμένο πρόσωπο, ούτε 

μπορούν να επιμεριστούν, ούτε υπολογίζονται με βάση το μεμονωμένο μέλος, αλλά 

βάσει των στοιχείων της λήπτριας της ασφάλισης. Επομένως και σύμφωνα με την 

εδώ αναλυόμενη άποψη δεν κρίνεται αναγκαία η τήρηση των προϋποθέσεων του 

άρθρου 24 του ΚΝ 2190/192086

  1. Αρμοδιότητα για τη σύναψη της σύμβασης 

Όπως προαναφέρθηκε, με την κατάρτιση μιας σύμβασης υπέρ τρίτου δημιουργείται 

τριμερής-τριγωνική σχέση ανάμεσα στη λήπτρια της ασφάλισης την εταιρία (δέκτης 

της υπόσχεσης), την ασφαλιστική εταιρία-υποσχεθέντα και τον τρίτο-τα μέλη της 

διοίκησης. 

Κατά τα γενικώς ισχύοντα στη σύμβαση υπέρ τρίτου, η σχέση μεταξύ υποσχεθέντος 

και του δέκτη της υπόσχεσης προσδιορίζεται από τη σύμβαση που καταρτίσθηκε 

μεταξύ τους, την ασφαλιστική σύμβαση, δηλαδή. Ακριβώς επειδή η υποχρέωση του 

υποσχεθέντος για παροχή στο τρίτο πηγάζει από τη σύμβαση με τον δέκτη της 

υπόσχεσης, τυχόν ακυρότητα της οδηγεί σε απαλλαγή του υποσχεθέντος, πράγμα που 

μπορεί αυτός να αντιτάξει και έναντι του τρίτου. Αντίθετα μεταξύ του ασφαλιστή και 

του τρίτου δεν υπάρχει ορισμένη συμβατική σχέση. Ο υποσχεθείς υποχρεούται να 

85 Βλ. Μ.Γ. Βαρελά ό.π. σελ. 46, 47 αναλυτικώς. 86 Βλ. Μ.Γ. Βαρελά ό.π. σελ. 52. 

27 

καταβάλει την παροχή στον τρίτο μόνο από τη σύμβαση που κατάρτισε με τον δέκτη 

της υπόσχεσης. Πάντως, στην περίπτωση, που ο τρίτος έχει άμεσο δικαίωμα κατά του 

υποσχεθέντος (γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου), όπως εδώ, δημιουργείται μεταξύ τους 

σχέση (οιονεί) δανειστή-οφειλέτη, οπότε ο τρίτος φέρει όλες τις υποχρεώσεις 

επιμέλειας του δανειστή87 . Τέλος ανάμεσα στο δέκτη-ΑΕ και στους τρίτους-μέλη ΔΣ 

με τη σύμβαση υπέρ τρίτου, δεν δημιουργείται καμία νέα συμβατική σχέση. Το 

γεγονός ότι ο δέκτης της υπόσχεσης συμφωνεί με τον υποσχεθέντα, η παροχή να 

καταβληθεί στον τρίτο και όχι στον ίδιο, δικαιολογείται με βάση την προϋπάρχουσα 

εσωτερική τους σχέση («σχέση αξίας»)88

Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα εάν η ανωτέρω σύμβαση υπέρ τρίτου, 

εντάσσεται στις περιοριστικές διατάξεις του άρθρου 23α παρ. 2-4 του ν.2190. Με τα 

ακριβώς, προαναφερθέντα, η μόνη σύμβαση, που υπογράφεται είναι μεταξύ της 

ασφαλιστικής εταιρίας και της ΑΕ. Στο άρθρο, όμως, 23α παρ.2 και 3 του Ν 

2190/1920, εμπίπτουν, μόνο οι συμβάσεις, που συνάπτει η εταιρία με τα πρόσωπα 

(στο όνομα τους και για δικό τους λογαριασμό89), που κατονομάζονται ειδικώς στο 

άρθρο αυτό, δηλαδή με μέλη ΔΣ, γενικούς διευθυντές, διευθυντές, συγγενείς και 

συζύγους τους90, και όχι οι συμβάσεις, που συνάπτει προς όφελος τους, όπως ακριβώς 

στη ασφάλιση ευθύνης, ως σύμβαση υπέρ τρίτου (οι παραπάνω συμβάσεις να 

ενδιαφέρουν και εξετάζονται μόνο στο πλαίσιο που εμπίπτουν στην περιοριστική 

απαρίθμηση της παρ.1 του άρθρου 23α Ν 2190/192091.). Συνεπώς προκειμένου για 

την συνομολόγηση της σύμβασης ασφάλισης της αστικής ευθύνης δεν απαιτείται κατ’ 

87 Έτσι π.χ. ο τρίτος, που δεν δέχεται την προσφερόμενη παροχή, καθίσταται υπερήμερος και το πταίσμα του συνυπολογίζεται ως συντρέχον πταίσμα. 

88 Βλ. Μ.Π. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδοση 4η, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 561. 89 Βλ. Ν. Ροκας, Συναλλαγές ανώνυμης εταιρίας με πρόσωπα που ασκούν διοίκηση, αφιέρωμα εις Κ.Ρόκα, εκδόσεις ΑΝΤ.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ 1986, σελ. 320, στη περίπτωση βέβαια που αντισυμβαλλόμενος της εταιρίας είναι άλλο νομικό πρόσωπο, όπου ο διοικητής της πρώτης εταιρίας είναι ταυτόχρονα και μεγαλομέτοχος της δεύτερης, ουσιαστικά πρόκειται για σύναψη συναλλαγής με παρένθετο πρόσωπο. 90 Βλ. Ν. Ροκα ό.π. σελ. 320. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής του άρθρου 23α η νομολογία δεν απαιτεί να συνάπτεται η σύμβαση με πρόσωπο, που τυπικά μόνο έχει τον τίτλο του διοικητή ή διευθυντή αλλά πέρα από αυτό εξετάζει και την εξουσία, την οποία τα αντισυμβαλλόμενα πρόσωπα πράγματι ασκούν (άρα η διάταξη αφορά και τους de facto διοικητές-μεγαλομετόχους). 91 Βλ. Θ. Λιακόπουλο, Ζητήματα Εμπορικού Δικαίου Ι, απαγορευμένες συμβάσεις ανωνύμου εταιρίας μετά των μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτής και άλλων προσώπων, εκδόσεις Αφοί ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα 1985, σελ. 271. 

28 

αρχήν να ακολουθηθεί η διαδικασία των παρ.2-4 του άρθρου 23α Ν 2190/1920 καθώς 

όπως προαναφέρθηκε, η μόνη σύμβαση, που υπογράφεται είναι μεταξύ της 

ασφαλιστικής εταιρίας και της ΑΕ. Η εφαρμογή της θα ήταν άλλωστε ιδιαίτερα 

δυσχερής λαμβανομένου υπόψη, ότι η σύμβαση καλύπτει και τα μελλοντικά μέλη της 

διοίκησης, ενώ η διάταξη απαιτεί τα μέλη να φέρουν τη σχετική ιδιότητα κατά τη 

σύναψη της υπό εξέταση σύμβασή92

Κατά την αντίθετη θέση93, επειδή ακριβώς στόχος του νομοθέτη είναι η πρόληψη 

καταχρήσεων που μπορούν να δημιουργηθούν, με τελικό αποτέλεσμα τη ζημία των 

μετόχων και των εταιρικών δανειστών, κυρίως λόγω της ιδιότητας, της θέσης και της 

επιρροής των μελών του διοικητικού συμβουλίου94, για τη σύναψη ασφάλισης 

αστικής ευθύνης υπέρ των μελών της διοίκησης απαιτείται να τηρούνται οι 

διατυπώσεις, που ορίζει το άρθρο αυτό (παρ. 2-4 άρθρου 23α ν. 2190), ιδίως εφόσον 

διαπιστώνεται μία σιωπηρή95 συμφωνία της εταιρίας με τα μέλη του ΔΣ ή άσκηση 

επιρροής προτροπής, επιμονής από τα τελευταία για την παροχή της σχετικής 

κάλυψης, η οποία δεν προσφερόταν μέχρι σήμερα96. Στις περιπτώσεις αυτές, οι 

οποίες εκ των πραγμάτων θα πρέπει να διαπιστώνονται με σύνεση και σχετική 

περιστολή, την εφαρμογή του άρθρου δεν αναιρεί η συνδεόμενη με τη σύναψη της 

σύμβασης αυτής ωφέλεια για την εταιρία, αφού στο άρθρο αυτό υπάγονται και 

επωφελείς για την εταιρία συμβάσεις97

Το παραπάνω θέμα μπορεί άμεσα να συσχετιστεί με τη φύση των ασφαλίστρων, που 

αναλύθηκε προηγουμένως. Επομένως ανεξάρτητα από το αν δεχτούμε ή όχι, ότι η 

σύναψη της σύμβασης πρέπει να ακολουθεί τους όρους των παρ. 2-4 του άρθρου 23α 

ν.2190, εφόσον σύμφωνα με τα ανωτέρω τα ασφάλιστρα νοηθούν ως αμοιβή ή 

αποζημίωση των μελών της διοίκησης, θα πρέπει, εφόσον δεν υπάρχει σχετική 

πρόβλεψη στο καταστατικό, να ακολουθηθεί η διαδικασία που ορίζει το άρθρο 24 

παρ.2 του ΚΝ 2190/1920, παραδοχή που διασφαλίζει στο επίπεδο αυτό τα 

συμφέροντα των μετόχων και την εταιρική περιουσία. Αντιθέτως, εάν τα 

92 Βλ. ΕφΘεσ 55/1999, ΔΕΕ 1999, σελ. 297. 93 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 53, όπου παραπέμπει σε ξενόγλωσση γερμανική βιβλιογραφία. 94 Βλ. Ν. Ρόκα ό.π σελ. 317 95 Βλ. ΕφΑθ 4382/2003 «Ατομική συμφωνία είτε ρητή είτε σιωπηρή……δεν είναι επιτρεπτή και πλήττεται με ακυρότητα» 

96 Βλ. Θ. Λιακόπουλο, ό.π. σελ. 276 97 Βλ. ΑΠ 248/1998, ΕΕμπΔ 1999, σελ. 483 

29 

ασφάλιστρα, κατά την αντίθετη στο γερμανικό δίκαιο θέση, δεν νοηθούν ως 

ανταμοιβή, αλλά ως δαπάνες για τη λειτουργία της επιχείρησης, τότε η αρμοδιότητα 

για τη σύναψη της σύμβασης και την ανάληψη πληρωμής των ασφαλίστρων θα 

ανήκει αποκλειστικά στο διοικητικό συμβούλιο, καθώς θα πρόκειται για 

διαχειριστική ενέργεια, που γίνεται προκειμένου για εξυπηρέτηση λειτουργικών 

αναγκών98

III. Οι οικονομικά παράμετροι για τη διαμόρφωση των ασφαλίστρων και των 

ασφαλιστικών ποσών99 

Η ασφάλιση της αστικής ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου φέρει 

αυξημένες δυσκολίες στον υπολογισμό των ασφαλίστρων λόγω της δυσκολίας 

πιθανολόγησης τόσο της επέλευσης, όσο και του μεγέθους της ασφαλισμένης ζημίας, 

η οποία δεν μπορεί εκ των προτέρων να υπολογισθεί (λόγω ασφάλισης παθητικού, 

που θα αναλυθεί παρακάτω). Ωστόσο, το ύψος των ασφαλίστρων και αντίστοιχα του 

ασφαλιστικού ποσού καθορίζεται εν γένει από το είδος και τις περιστάσεις του 

αναλαμβανόμενου κινδύνου: Βασικά κριτήρια αποτελούν αφενός ο οικονομικός 

έλεγχος της εταιρίας, ο οποίος περιλαμβάνει την εξέταση των δεδομένων της 

επιχείρησης (το παρόν και αναμενόμενο εξοπλισμό, την νομική μορφή της 

επιχείρησης, τα δεδομένα του ομίλου, τη μετοχική σύνθεση, τις σκοπούμενες 

εξαγορές/συγχωνεύσεις/μετατροπές/διασπάσεις, το ιστορικό τα επιχείρησης, τους 

μηχανισμούς ελέγχου και διαχείρισή του κινδύνου, την περιουσία και τα εμπράγματα 

βάρη, τις συμβάσεις με τους προμηθευτές και τους πελάτες, τις συμβάσεις με τους 

εργαζομένους, τα δάνεια, τις μισθώσεις, τις λοιπές ασφαλίσεις) και των κινδύνων της 

σχετικής αγοράς (το μέγεθος και τις τάσεις αυτής τους ανταγωνιστές, τις στρατηγικές 

αγοράς και πώλησης, τις ιδιαιτερότητες του προϊόντος της επιχείρησης), και 

αφετέρου η αξιολόγηση των ασφαλιζόμενων προσώπων 

Στην εκτίμηση του κινδύνου των προσώπων εντάσσεται η αντικειμενική και υπο- 

κειμενική ικανότητα των ασφαλισμένων και η δυνατότητα ανταπόκρισης αυτών στις 

ανάγκες διαχείρισης, η θέση τους, οι τυχόν συγγενικές τους σχέσεις, η τυχόν 

συνομολογημένη με την εταιρία υποχρέωση απαλλαγής τους από την ευθύνη, τυχόν 

98 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 54. 99 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά 

30 

καταγγελίες προηγούμενων συμβάσεών τους με εταιρίες, η δραστηριοποίηση τους 

εκτός της επιχείρησης, οι συναλλαγές τους με τους συνεργάτες και τους υπαλλήλους 

τους, οι συμβάσεις ατομικές και συλλογικές, η ιδιωτική και κοινωνική ασφάλιση που 

έχουν, οι ειδικότερες ανταμοιβές τους και τα μπόνους, η προϊστορία τους στην 

έγερση αξιώσεων αποζημίωσης εναντίον τους. 

Το ύψος των ασφαλίστρων εξαρτάται άμεσα και από το ύψος του ασφαλιστικού 

ποσού100, αλλά και από τη συνομολογηθείσα ίδια συμμετοχή στην κάλυψη101 (με τη 

μορφή ρήτρας, όπου θα αναλυθεί παρακάτω) 

Από την άλλην πλευρά, το ασφαλιστικό ποσό συνδέεται κατεξοχήν με το μέγεθος της 

επιχείρησης. Συνήθως υπάρχει ένα ασφαλιστικό ποσό με υποκατηγορίες ανάλογα με 

το είδος της αξίωσης ή μπορεί να συνομολογείται ένα ασφαλιστικό ποσό ανά χρόνο, 

γεγονός που περιορίζει σημαντικά την έκταση της κάλυψης. Σε εξαιρετικές 

περιπτώσεις υπάρχει πρόβλεψη για αυτόματη αποκατάσταση των ασφαλισμένων 

ποσών, αλλά ο όρος αυτός συνεπάγεται συνήθως ένα αρχικώς μικρότερο 

ασφαλιστικό ποσό. 

Κεφάλαιο τρίτο 

Υποχρεώσεις των μερών 

Στη σύμβαση αυτή εφαρμόζεται κατά το γενικώς ισχύοντα το σύνολο των 

υποχρεώσεων και ασφαλιστικών βαρών του ΑσφΝ, προσαρμοσμένα βέβαια στις 

παραμέτρους της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ειδικότερα από την ασφαλιστική 

σύμβαση, επειδή συνάπτεται, ως σύμβαση υπέρ τρίτου, δημιουργούνται υποχρεώσεις 

100 Στις ΗΠΑ για το ασφαλιστικό ποσό μέχρι 1,000.000 δολάρια τα ασφάλιστρα ορίζονται στο ποσό των 800 δολαρίων, ενώ για ασφαλιστικό ποσό μεταξύ 1,000,000 έως 2.000.000 δολάρια, τα ασφάλιστρα αυξάνονται στα 950 δολάρια. 101 Στο Καναδά ο ασφαλιστής πληρώνει συνήθως το 95% για κάθε απώλεια άνω των 20,000 δολαρίων, που σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος πληρώνει τα 20.000 δολάρια και επιπλέον το 5 % κάθε επιδικασθείσας αποζημίωσης, στα οποία ποσά περιλαμβάνονται όλων των ειδών τα έξοδα. 

31 

αφενός για τον λήπτη της ασφάλισης, τον ασφαλισμένο από κοινού καθώς κατ’ 

άρθρο 9 παρ. 2 Ασφ.Ν «Τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις…..Ο 

ασφαλισμένος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον λήπτη της ασφάλισης, εφόσον έχει 

λάβει γνώση της σύμβασης και έχει τη δυνατότητα να τις εκπληρώσει», και αφετέρου 

για τον ασφαλιστή, οι οποίες διακρίνονται σε γνήσιες ενοχικές υποχρεώσεις με τη 

στενή έννοια και σε ασφαλιστικά βάρη. Στις ενοχικές υποχρεώσεις υπάρχει έντονο το 

στοιχείο της υποχρεωτικότητας και του εξαναγκασμού και σε περίπτωση που το 

υπόχρεο μέρος δεν τις τηρήσει, το αντισυμβαλλόμενο μπορεί να το εξαναγκάσει σε 

συμμόρφωση, χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες που του δίνει ο νόμος. Τα 

ασφαλιστικά βάρη, από την άλλη πλευρά (αφορούν τον λήπτη της ασφάλισης και τον 

ασφαλισμένο), είναι κανόνες θετικής ή αποθετικής συμπεριφοράς, οι οποίοι 

επιβάλλονται στον αντισυμβαλλόμενο, στον ασφαλισμένο ή σε άλλα πρόσωπα από το 

νόμο ή από τη σύμβαση και η παραβίασή τους έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του 

ασφαλιστή. Στα ασφαλιστικά βάρη, δηλαδή, δεν υπάρχει το στοιχείο του 

εξαναγκασμού καθώς η μη εκπλήρωσή τους δεν μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά από 

τον ασφαλιστή102

Στην ενότητα αυτή παρατίθενται επιγραμματικώς οι γενικώς ισχύουσες υποχρεώσεις 

και τα ασφαλιστικά βάρη των μερών ενώ θα προσεγγιστούν αναλυτικώς, 

συγκεκριμένα τα ασφαλιστικό βάρη, όπως το βάρος της προσυμβατικής αναγγελίας 

και της επίτασης του κινδύνου, το ασφαλιστικό βάρος ανακοίνωσης της επέλευσης 

της ασφαλιστικής περίπτωσης, καθώς και άλλα ασφαλιστικά βάρη που συνήθως 

επιβάλλονται συμβατικά μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ενώ από 

πλευράς των υποχρεώσεων του ασφαλιστή θα αναλυθεί η βασική υποχρέωση της 

κάλυψης του κινδύνου. 

Γενικά: 

Οι βασικές υποχρεώσεις του λήπτη και του ασφαλισμένου είναι: 

απορρέει από την ασφαλιστικής σύμβαση και βαρύνει αποκλειστικά τον 

αντισυμβαλλόμενο του ασφαλιστή και όχι τον ασφαλισμένο, τον δικαιούχο του 

102 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Η Ασφάλιση Ευθύνης και Ιδιαίτερα η υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από αυτοκινητιστικά ατυχήματα, Διδακτορική Διατριβή, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ-Θεσσαλονίκη, 1986, σελ. 48. 

32 

ασφαλίσματος ή τον ζημιωθέντα τρίτο. Το ύψος του ασφαλίστρου διαμορφώνεται εν 

όψει της συγκεκριμένης ασφάλισης και του μεγέθους του κινδύνου που αναλαμβάνει 

ο ασφαλιστής και η καταβολή του μπορεί να γίνει είτε τμηματικά είτε εφάπαξ (άρθρο 

6§1 Ασφ.Ν.). 

Τα ασφαλιστικά βάρη που βαρύνουν τον λήπτη και τον ασφαλισμένο είναι103 

Ασφ.Ν. 

περίπτωσης κατ’ άρθρο 7 παρ 1 του Ασφ.Ν. 

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ 

Καθώς η συγκεκριμένη υποχρέωση θα αναλυθεί εκτενώς παρακάτω, αναφέρουμε 

απλώς συνοπτικά, ότι η βασική υποχρέωση του ασφαλιστή είναι η κάλυψη του 

κινδύνου, δηλαδή η υποχρέωση να αναλάβει και να φέρει τον κίνδυνο καθ’όλη στη 

διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και ιδίως η καταβολή του ασφαλίσματος μετά 

την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Ως δευτερεύουσα υποχρέωση του 

ασφαλιστή μπορούμε να θεωρήσουμε την υποχρέωσή του για έκδοση του 

ασφαλιστήριου συμβολαίου και την παράδοσή του στον λήπτη. 

103 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, ό.π. 50. 

33 

ζημιάς κατ ́άρθρο 7§3 του Ασφ.Ν. 

  1. Το ασφαλιστικό βάρος της προσυμβατικής αναγγελίας 
  2. Το ασφαλιστικό βάρος κατά τo Ν 2496/1997 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε κάθε ασφαλιστική κάλυψη προσελκύει το ασφαλιστικό 

βάρος της προσυμβατικής αναγγελίας, καθώς η ασφάλιση θεωρείται σύμβαση 

εξαιρετικής καλής πίστης. Το τελευταίο προκύπτει, από το γεγονός ότι ο νομοθέτης 

με το άρθρο 3104 του ν. 2496/1997 εισήγαγε κατά το προσυμβατικό στάδιο ένα 

συγκεκριμένο μοντέλο συμπεριφοράς του λήπτη της ασφάλισης105. Σύμφωνα, λοιπόν, 

με την παράγραφο 1 του άρθρου 3106, ο λήπτης της ασφάλισης φέρει ένα βάρος το 

οποίο είναι διπλό. Αφενός βαρύνεται να απαντήσει σε ερωτήσεις του ασφαλιστή και 

αφετέρου να δηλώσει κάθε περιστατικό γνωστό σε αυτόν και ουσιώδες κατά την 

εκτίμηση του κινδύνου. 

Ειδικότερα, κατά το προσυμβατικό στάδιο σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης, που 

περιλαμβάνει χρονικά, όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την υποβολή της 

πρότασης του λήπτη και το στάδιο για την κατάρτιση της σύμβασης, ο λήπτης της 

ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος107 έχει τη βασική υποχρέωση να προβεί σε 

αντικειμενική περιγραφή του κινδύνου, που θα αναδεχθεί ο ασφαλιστής. Υπέχει, 

καταρχήν ό λήπτης και ο ασφαλισμένος, την υποχρέωση αποκάλυψης στον 

104 Βλ. «Αρθρο 3 

Περιγραφή του κινδύνου 

  1. Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου». 105 Βλ. Κοκκίνη, Το μοντέλο του ασφαλιστή στα πλαίσια των προσυμβατικών δηλώσεων, ΔΕΕ 2002, σελ. 952, ο οποίος επιπλέον σημειώνει, ότι δεν αποκλείεται η εφαρμογή και των διατάξεων του ΑΚ 197 και 198 περί προσυμβατικής ευθύνης. 106 Βλ. άρθρο 3 παρ. 1 «Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου». 

107 Βλ. άρθρο 9 παρ.2 «……Ο ασφαλισμένος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον λήπτη της ασφάλισης, εφόσον έχει λάβει γνώση της σύμβασης και έχει τη δυνατότητα να τις εκπληρώσει» 

34 

ασφαλιστή όλων των ουσιωδών για την ανάληψη του κινδύνου και γνωστών σε αυτόν 

περιστάσεων108. Από το τελευταίο προκύπτει, ότι η συγκεκριμένη υποχρέωση 

δήλωσης στοιχείων προϋποθέτει σχετική γνώση των υπόχρεων προσώπων109

Ουσιώδεις θεωρούνται όλες οι περιστάσεις οι οποίες επηρεάζουν τη σύναψη και το 

περιεχόμενο της σύμβασης και οι οποίες θα οδηγούσαν είτε στη μη σύναψη της 

σύμβασης, είτε στη σύναψη της με διαφορετικό περιεχόμενο. Εφόσον ο ασφαλιστής 

υποβάλλει συγκεκριμένες ερωτήσεις θα πρέπει και αυτές οι πληροφορίες σε 

περίπτωση αμφιβολίας να θεωρηθούν ουσιώδεις, με τις συνέπειες, που προβλέπονται 

στις αντίστοιχες διατάξεις110

Το κατά πόσο ένα περιστατικό θεωρείται ουσιώδες κρίνεται όχι με βάση τις 

αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της 

ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά (άρθρο 3 ν. 2496/1997 

«….το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου….»)111. Είναι 

δε ουσιώδες ένα περιστατικό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού 

κινδύνου, δηλαδή στη δυνατότητα να επέλθει η οικονομική ανάγκη, που καλύπτει η 

ασφάλιση και όταν συνεκτιμάται ως αναγκαίο στοιχείο για τον καθορισμό ενός 

δικαίου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας. Η παράβαση του άνω 

ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες (ανάλογα βέβαια και με την υπαιτιότητα του 

λήπτη), που ορίζει ο νόμος άρθρο 3 παράγραφοι 3, 5, 6 του ν. 2496/1997, ως 

αποτέλεσμα της ψευδούς δήλωσης, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της 

ασφαλιστικής περίπτωσης, καθώς τέτοιον αιτιώδη σύνδεσμο, δεν απαιτεί σχεδόν 

καμία από τις διατάξεις, που επιβάλλουν ασφαλιστικά βάρη, ενώ το άρθρο 3 παρ. 1ν. 

2496/1997 κάνει λόγο «κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι 

αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου»112. Αυτό που κρίνεται είναι η 

αποσιώπηση ουσιωδών στοιχείων από μέρους του λήπτη ή του ασφαλισμένου 

αντίστοιχα, ώστε να θεωρηθεί ότι ο ασφαλιστής αν γνώριζε τη πραγματική 

108 Βλ. ΕφΑθ 5462/2006, ΕπιΔικΙΑ 2007, σελ. 313. 109 Βλ. Κοκκίνη ό.π. σελ. 953. 110 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση 2014, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-θεσσαλονίκη, σελ. 178. 111 Βλ. ΕφΑφ 4931/2001, ΕπιΔικΙΑ 2003, σελ. 211. 112 Βλ. βλ. ΑΠ 234/2002, ΧρΙΔ 2002, σελ. 450, όπου ο ενάγων κατά την παράδοση ερωτηματολογίου από τον ασφαλιστή προς τον ίδιο, απήντησε ψευδώς, ότι ο γιός του δεν έπασχε από πάθηση του γαστρεντερολογικού συστήματος του. Ο ΑΠ έκρινε, ότι το εφετείο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι το συγκεκριμένο γεγονός παρά την δόλια απόκρυψη του, δε μπορεί να οδηγήσει σε μη καταβολή του ασφαλίσματος από μέρους του ασφαλιστή καθώς ήταν άσχετο με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. 

35 

κατάσταση δε θα συναινούσε στην ασφάλιση ή δε θα την δεχόταν με τους ίδιους 

όρους113

Βέβαια μπορεί με βάση τα παραπάνω, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του 

περιστατικού και της επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης να μην εξετάζεται, 

σίγουρα όμως θα απαιτείται και θα εξετάζεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του 

περιστατικού και του ασφαλιζόμενου κινδύνου, οπότε να μη θεωρούνται ουσιώδη 

όσα περιστατικά δεν έχουν σχέση με την ανάληψη του κινδύνου114, χωρίς αυτό, όμως 

να σημαίνει, ότι και όσα περιστατικά θεωρητικά συνδέονται κάπως με τον 

ασφαλιζόμενο κίνδυνο αυτόματα, θεωρούνται και ουσιώδη, καθώς θα παίζει ρόλο η 

αξιολόγηση τους με βάσει αντικειμενικά κριτήρια (λ.χ. περιστατικά, που θεωρούνται 

ευμενή για τον ασφαλισμένο ή ελαφρύνουν τον κίνδυνο δεν χρειάζεται να 

ανακοινωθούν ή περιστατικά, που δεν δύναται να γνωρίζει ο λήπτης και 

ασφαλισμένος ή περιστατικά για τα οποία ο ασφαλιστής έχει απαλλάξει τον 

αντισυμβαλλόμενο του). Επιπροσθέτως αν τα περιστατικά, που δεν δηλώθηκαν και τα 

οποία είναι αντικειμενικά ουσιώδη δεν έχουν σύμφωνα με το συγκεκριμένο 

ασφαλιστή επίδραση στον αναλαμβανόμενο κίνδυνο, δεν συντρέχει πλέον κανένας 

λόγος για την προστασία του ασφαλιστή αυτού από τη μη αποκάλυψή τους θέση, που 

βρίσκει έρεισμα στην τελολογία του σχετικού βάρους, καθώς σκοπός της διάταξης 

του άρθρου 3 του Ν 2496/1997 είναι να καταστεί ο ασφαλιστής σε θέση να εκτιμήσει 

τον κίνδυνο και να αποφανθεί για το ποιο περιστατικό θεωρείται ουσιώδες115

Πολύ συνηθισμένο στην ασφαλιστική πρακτική116, είναι να παραδίδεται στο λήπτη 

της ασφάλισης ερωτηματολόγιο, οπότε αυτός έχει την υποχρέωση να απαντήσει σε 

113 Βλ. ΕφΑθ 89/2007, ΕπιΔικΙΑ 2007, σελ. 322 . Επιπλέον στην ίδια απόφαση το δικαστήριο λαμβάνει θέση ως προς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αναφέροντας ότι το γεγονός ότι αναφέρονται σε ένα ασφαλιστικό βιβλιάριο συγκεκριμένες ασθένειες ως νόσοι, προκειμένου να εγκριθούν και να διενεργηθούν συγκεκριμένες εξετάσεις δεν σημαίνει, ότι ο ενάγων έπασχε, ήδη, από τις ασθένειες αυτές, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, οπότε ενήργησε δολίως κατά του ασφαλιστή, όταν ερωτούμενος για αν έπασχε από συγκεκριμένες ασθένειες, εκείνος απήντησε αρνητικώς, ούτε επίσης, δημιουργείται από την εγγραφή στο βιβλιάριο των συγκεκριμένων εξετάσεων, κάποιο τεκμήριο. Βλ. επίσης και ΕφΑφ 4931/2001, ΕπιΔικΙΑ 2003, σελ. 211, ΕφΑθ. 7391/2000. ΕΕμπΔ 2001, σελ. 295, με αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά. 114Βλ. Γ.Δ. Αθανασιάδη, Σύμβαση Ιδιωτικής Ασφαλισης. Το υποσύστημα των ασφαλιστικών ανακοινώσεων, εκδόσεις ΑΝΤ.Ν.ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ 2006, σελ. 167, που αφορά όμως το ασφαλιστικό βάρος της επίτασης κινδύνου, αλλά αποτελεί χρήσιμο παράδειγμα και για εδώ. «λ.χ. δεν απαιτείται να δηλωθεί η τοποθέτηση στο επίμαχο οίκημα εύφλεκτων υλών όταν εξαιρείται ο κίνδυνος πυρκαγιάς εκτός αν το ίδιο το περιστατικό επιβαρύνει τη γενική κατάσταση του κινδύνου». 115 βλ. Κοκκίνη, ό.π. σελ. 956. 116 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια ό.π. σελ. 180. 

36 

κάθε σχετική ερώτηση (άρθρο 3 παρ. 1 εδ.2). Αν ο ασφαλιστής δε χρησιμοποιήσει το 

ερωτηματολόγιο, προκειμένου να πάρει σαφείς απαντήσεις σε ειδικές ερωτήσεις, 

τότε, όπως προαναφέρθηκε, θα πρέπει ο ίδιος ο λήπτης της ασφάλισης να δηλώσει, 

ότι γνωρίζει για τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο και κρίνει ο ίδιος ουσιώδες για την 

εκτίμηση του κινδύνου. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει υπέρ του ασφαλιστή το 

τεκμήριο των σωστών ερωτήσεων117

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές 

ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνο τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του 

αποδοχή και εκτίμηση του κινδύνου118. Εφόσον οι ερωτήσεις του ασφαλιστή δεν 

είναι σωστά διατυπωμένες ή είναι υπερβολικά αόριστες ή παραπλανητικές τότε 

πρέπει να δεχθούμε ότι ο λήπτης της ασφάλισης δεν είναι υποχρεωμένος να 

απαντήσει σε αυτές119. Εφόσον ο ασφαλιστής συνάψει σύμβαση με βάση τις γραπτές 

ερωτήσεις δεν μπορεί να επικαλεστεί, ότι το ερωτηματολόγιο έχει απώλειες ή ότι 

συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες (άρθρο 3 παρ. 1 εδ. 2α), ότι δεν 

ανακοινώθηκαν περιστάσεις, που δεν αποτελούσαν αντικείμενο ερώτησης (άρθρο 3 

παρ. 1 εδ. 2β) ή ότι δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός 

αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει 

τον ασφαλιστή (άρθρο 3 παρ. 1 εδ. 2γ)120. Ο λόγος είναι προφανής: εφόσον ο 

ασφαλιστής προχώρησε στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, χωρίς 

προηγουμένως να έχει λάβει απάντηση σε ερωτήσεις του ερωτηματολογίου, 

θεωρείται, ότι ανέλαβε τον εμπορικό κίνδυνο, του να έχει συνάψει σύμβαση 

περισσότερο επαχθή και επικίνδυνη, απ ότι αν είχε διαγνώσει καλύτερα τον 

ασφαλιστικό κίνδυνο121. Επιπλέον ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεστεί ατέλειες 

ή πλημμέλειες του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν από πρόθεση (άρθρο 3 παρ. 2). 

Σε περίπτωση υποβολής ερωτηματολογίου ο κίνδυνος ελέγχου των απαντήσεων 

ανάγεται στη σφαίρα του ασφαλιστή, καθώς αποτελεί υποκειμενικό βάρος και ευθύνη 

του ασφαλιστή ως ειδικού επί των ασφαλίσεων: Ειδικότερα, ο ασφαλιστής βαρύνεται 

να χρησιμοποιήσει την επαγγελματική του επιμέλεια και να αναπτύξει αυτενέργεια, 

117 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια ό.π. σελ. 181. 118 Δ.Φ. Χριστοδούλου, Η Προσυμβατική Δήλωση στο Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, εκδόσεις ΑΝΤ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Κομοτηνή 2005, σελ. 75 119 Βλ. Γ. Αθανασιάδη, Σύμβαση Ιδιωτικής Ασφάλισης. Εκδόσεις ΑΝΤ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σελ.17. 120 Βλ. ΕφΑθ. 7755/2002 ΕπιΔικΙΑ 2003, σελ. 214, Δ.Φ. Χριστοδούλου ό.π., σελ. 75, Χατζηνικολάου- Αγγελίδου Ράνια ό.π. σελ. 180. 121 Δ.Φ. Χριστοδούλου, ό.π, σελ. 75. 

37 

ώστε να διακριβώσει τα στοιχεία και τα περιστατικά επιμένοντας με διευκρινιστικές 

ερωτήσεις, εφόσον οι απαντήσεις του λήπτη όφειλαν να κινήσουν υπόνοιες σε 

επιμελή ασφαλιστή122

Η αποσιώπηση καλύπτει όχι μόνο τα περιστατικά που γνωρίζει ο λήπτης της 

ασφάλισης, αλλά και αυτά που θα έπρεπε να γνωρίζει από τη λογική πορεία των 

πραγμάτων, στην περίπτωση που υπάρχει ερώτηση του ασφαλιστή. Δεν υπάρχει 

υποχρέωση αναγγελίας για τα περιστατικά που είναι γνωστά στον ασφαλιστή, 

γεγονός που ωστόσο δεν επεκτείνει και την υποχρέωση έρευνας από πλευράς του 

ασφαλιστή123

Κρίσιμος για την εκπλήρωση και εξέταση του σχετικού καθήκοντος της 

προσυμβατικής δήλωσης είναι ο χρόνος κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης124

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι το καθήκον προσυμβατικής αναγγελίας ανακύπτει σε 

κάθε περίπτωση ανανέωσης της σύμβασης ασφάλισης, διαπίστωση που έχει ιδιαίτερη 

αξία προκειμένου για ασφαλιστήρια που έχουν ετήσια διάρκεια, όπως τα 

ασφαλιστήρια τις αστικής ευθύνης των μελών της διοίκησης και με την επιφύλαξη ότι 

στις περιπτώσεις αυτές οι προηγηθείσες αναγγελίες είναι ήδη περιστατικά γνωστά 

στον ασφαλιστή125 126

122 Βλ. Μ.Γ.Βαρελα, ό.π. σελ. 61. 123 Βλ. Μ.Γ.Βαρελα, ό.π. σελ. 61 και ΕφΑθ 89/2007, ΕπιΔικΙΑ 2007, σελ. 322. 124 Βλ. Δ.Φ. Χριστοδούλου, ό.π, σελ. 64. 125 Βλ. Μ.Γ.Βαρελα, ό.π. σελ. 61. 126 Το ότι ο λήπτης παραβίασε την προσυμβατική του υποχρέωση για αληθή περιγραφή των ουσιωδών στοιχείων, περιστατικών του κινδύνου οφείλει να αποδείξει ο ασφαλιστής, καθ ότι αποτελεί ένσταση, που μπορεί να την προβάλει κατά τη συζήτηση (ο ασφαλιστής) προκειμένου να απαλλαγεί από την συμβατική του υποχρέωση. Για τις συνέπειες παράβασης του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους ανάλογα με το αν αυτή έγινε χωρίς υπαιτιότητα, από αμέλεια ή από δόλο του λήπτη της ασφάλισης άρθρου βλ. άρθρο 3 παράγραφοι 3, 5, 6, 7 του ν. 2496/1997. Αξίζει απλώς να αναφέρουμε, ότι κατά το παλαιό ισχύον άρθρο του 202 ΕμπΔ, η ανακριβής δήλωση ή απόκρυψη ουσιωδών περιστατικών, οδηγούσε σε ακυρότητα την ασφαλιστική σύμβαση και όχι σε καταγγελία, όπως με το τωρινό άρθρο. «3. Αν για οποιονδήποτε λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του ασφαλιστή στοιχεία ή περιστατικά που είναι αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση ή να ζητήσει την τροποποίησή της, μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός αφότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων ή των περιστατικών. 

  1. Η πρόταση του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης θεωρείται ως καταγγελία, αν μέσα σύ ένα (1) μήνα από τη λήψη της δεν γίνει δεκτή και αυτό αναφέρεται στο έγγραφο της πρότασης. 
  2. Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει τα δικαιώματα της παρ.3 του άρθρου αυτού και επιπλέον, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού, η 

38 

Β. Το περιεχόμενο της προσυμβατικής αναγγελίας 

Στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης των μελών της διοίκησης ΑΕ οι προσυμβατικές 

δηλώσεις μετά από παγιωμένες σχετικές ερωτήσεις του ασφαλιστή καλύπτουν τον 

τύπο της εταιρίας, τη δραστηριότητά της, τη διάρκεια ζωής της, τα ονόματα των 

διοικούντων, τη μετοχική σύνθεση, τις εταιρικές συμμετοχές, τους σχεδιαζόμενους 

εταιρικούς μετασχηματισμούς τις προηγούμενες αξιώσεις κατά των διοικούντων , τις 

προηγούμενες καταδίκες, αυτών, καθώς και διαπιστωμένες προηγούμενες παραβάσεις 

του καθήκοντος καλής πίστης ως στοιχεία που επιτείνουν τον ηθικό κίνδυνο127

Ιδιαίτερα κρίσιμη αναδεικνύεται και η οικονομική κατάσταση της εταιρίας. Επίσης 

ενδιαφέρουν οι εν ενεργεία εργαζόμενοι, ο αριθμός των απολυμένων σε 

συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο, ο αριθμός των υψηλόμισθων στελεχών, η εργοδοτική 

πρακτική (τρόπος ανεύρεσης και αξιολόγησης των υπαλλήλων, κατάρτισης των 

συμβάσεων, τήρησης της διαδικασίας απόλυσης). Προσυμβατικές ανακοινώσεις που 

ενδιαφέρουν και τους αντασφαλιστές είναι αν η εταιρία που ασφαλίζεται είναι 

εισηγμένη ή όχι, το εταιρικό κεφάλαιο και ο τομέας δραστηριοποίησης της στην 

αγορά. Επίσης ερευνάται η δομή του ομίλου, οι συμμετοχές της λήπτριας της 

ασφάλισης στο κεφάλαιο άλλων εταιριών, οι συμμετοχές των ασφαλισμένων 

προσώπων και των συγγενών αυτών στο μετοχικό κεφάλαιο της λήπτριας οι σχέσεις 

συγγένειας μεταξύ των ασφαλισμένων προσώπων. Πρόσθετα, οι ασφαλιστές 

ασφαλιστική σύμβαση ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί, αν δεν υπήρχε η παράβαση. 

  1. Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή 
  2. Η καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους του ασφαλιστή στις περιπτώσεις των παρ. 3 και 5 του άρθρου αυτού επιφέρει αποτελέσματα μετά πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης ή μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τη λήψη της πρότασης τροποποίησης που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου αυτού. Στην περίπτωση της παρ. 6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις παρ. 5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής». 127 Βλ. Γ.Δ. Αθανασιάδη, ό.π. σελ. 40. 

39 

απαιτούν την παροχή μιας σειράς οικονομικών πληροφοριών που αναφέρονται στους 

ετήσιους λογαριασμούς128

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προσελκύει και το ερώτημα αν υπάρχουν περιστάσεις, που 

καθιστούν πιθανή την έγερση αγωγών κατά των μελών της διοίκησης. Η ρήτρα αυτή 

συνοδεύεται από τον αποκλεισμό των αντίστοιχων μελλοντικών αξιώσεων. Η χρήση 

και μόνο του υποθετικού συνδέσμου στο σχετικό ερώτημα καταδεικνύει πόσο 

δυσχερής είναι η απάντηση129. Εναλλακτικά της γενικής αυτής ερώτησης και σχετικά 

σπανιότερα ο ασφαλιστής μπορεί να θέτει ερωτήσεις γενικές ή ειδικές για τον 

εντοπισμό καταστάσεων που υποδηλώνουν ενδεχόμενη παράβαση καθήκοντος και 

που ενδεχομένως μπορούν να οδηγήσουν σε έγερση αξιώσεων. Σε κάθε περίπτωση οι 

σχετικές ερωτήσεις είτε στην πρώτη γενική παραλλαγή τους, είτε πιο εξειδικευμένες 

προκαλούν μεγάλες δυσχέρειες στον προσδιορισμό των συνειδητών παραβάσεων 

καθήκοντος, στον εντοπισμό του προσώπου η γνώση του οποίου ενδιαφέρει, ιδίως σε 

περιπτώσεις σύναψης της σύμβασης εντός ομίλου και στη σκιαγράφηση των 

συνεπειών σε περίπτωση ανεπαρκούς απάντησης στη συγκεκριμένη ερώτηση, 

προκειμένου για το σύνολο των ασφαλισμένων προσώπων130

Γ. Τα υπεύθυνα για την τήρηση του ασφαλιστικού βάρους πρόσωπα και οι 

συνέπειες από την παράβασή του. 

Κατά τις γενικές διατάξεις του ασφαλιστικού νόμου, το ασφαλιστικό βάρος το έχει ο 

λήπτης της ασφάλισης, που συνήθως είναι και ο ασφαλισμένος (ασφάλιση για ίδιο 

128 Βλ. Μ.Γ.Βαρελα, ό.π. σελ. 62. 129 Βλ. . Μ.Γ.Βαρελα, ό.π. σελ. 63, υποσημείωση 187, αναφέρεται τα ασφαλιστήρια συμβόλαια της CGU στην προσυμβατική δήλωση ενδιαφέρει λ.χ. αν κάποιος από τους διοικητές είναι μέλος επαγγελματικού συλλόγου ή έχει διαγραφεί από αυτόν ή αν έχει πτωχεύσει ή αν έχουν ασκηθεί εναντίον του κάποιες αξιώσεις. 130 Βλ. Μ.Γ.Βαρελα, ό.π. σελ. 64, η οποία επισημαίνει, πως ρήτρες όπως η ανωτέρω μπορεί να πάσχουν αμφισημίας ή αοριστίας ή δυσαναλογίας, ελάττωμα που μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος του ασφαλισμένου. Λ.χ. με δεδομένο το πλήθος των διαχειριστικών καθηκόντων και της αοριστίας των εννοιών που τα συνοδεύει είναι ιδιαίτερα δυσχερής ο προσδιορισμός έστω και μιας πράξης από το παρελθόν που κατά την κρίση του διοικούντα θα παρέχει τη βάση για την έγερση αξιώσεων. 

40 

λογαριασμό131). Σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό άλλου, όπως εν 

προκειμένω, και σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν 2496/1997 (λήπτης και 

ασφαλισμένος είναι διαφορετικά πρόσωπα) τα ασφαλιστικά βάρη, ανεξάρτητα από το 

αν πρόκειται για πράξεις ή παραλείψεις, είναι υποχρεωμένα να τα εκπληρώσουν τόσο 

το ενεργούν την ασφάλιση πρόσωπο, όσο και ο ασφαλισμένος (όταν ερωτηθεί από 

τον ασφαλιστή132), οπότε και ο ασφαλιστής αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι 

διαφορετικό, απαλλάσσεται οποιοδήποτε από τα δυο πρόσωπα παρέβη το βάρος133

Αξίζει βέβαια να σημειωθεί, ότι αν και τα δύο πρόσωπα είναι υποχρεωμένα να 

προβούν σε ανακοινώσεις ωστόσο η πράξη του ενός απαλλάσσει τον άλλο ανάλογα 

με την πληρότητα της δήλωσης134. Στη συγκεκριμένη περίπτωση λήπτης της 

ασφάλισης είναι η ανώνυμη εταιρία, η οποία προβαίνει στην εκπλήρωση του 

ασφαλιστικού βάρους μέσα από τα όργανα που την εκπροσωπούν (διοικητικό 

συμβούλιο ή και υποκαταστατα όργανα), τα οποία επειδή ταυτόχρονα αποτελούν και 

τα ασφαλισμένα πρόσωπα είναι και το καθένα από αυτά βαρυνόμενα με τα διάφορα 

καθήκοντα του άρθρου 9 παρ.2 εδαφ.ΑΝ 2496/1997). 

Ωστόσο λόγω της φύσης της ασφάλισης ως ομαδικής γίνεται δεκτό, ότι το καθήκον 

της προσυμβατικής αναγγελίας, που βαρύνει το λήπτη πρέπει να πραγματοποιείται 

για κάθε ασφαλισμένο χωριστά, καθώς το ύψος της παροχής εξαρτάται από την 

κατάσταση του κινδύνου του κάθε ασφαλισμένου135

Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης είναι νομικό 

πρόσωπο και συγκεκριμένα ΑΕ, όπως στη περίπτωση της παρούσας εργασίας, σε 

δήλωση υποχρεούνται οι νόμιμοι εκπρόσωποι της, το ΔΣ, ως όργανο ή οι γενικοί 

διευθυντές και διευθύνοντες σύμβουλοι (σε περίπτωση υποκατάστασης). Εφόσον η 

εταιρία τελεί υπό εκκαθάριση, οι ανακοινώσεις πρέπει να γίνουν από τους 

εκκαθαριστές. Σε περίπτωση πτώχευσης, εάν τυχόν έχει συναφθεί ασφάλιση, σε 

αναγγελία προς τον ασφαλιστή πρέπει να προβεί τόσο ο σύνδικος, όσο και ο 

131 Βλ. Β.Δ.Κιάντου, Ασφαλιστικό Δίκαιο, 8η έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2003, σελ. 101, όπου ο ίδιος διατυπώνει μάλιστα την άποψη, ότι σε περίπτωση περισσοτέρων ενεργούντων την ασφάλιση προσώπων, καθένα από τα πρόσωπα είναι υποχρεωμένο να εκπλήρωσει το ασφαλιστικό βάρος καθώς μπορεί να το κάθε ένα να γνωρίζει διαφορετικές πληροφορίες. 132 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ασφαλιστική Σύμβαση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2000, σελ. 202. 133 Βλ. ΑΠ 1883/2006 ΧρΙΔ 2007, σελ. 349. 134 Βλ. Β.Δ.Κιάντου, ό.π. σελ. 102. 135 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 65. 

41 

πτωχός136. Ειδικότερα σε σχέση με τους υποκατάστατους, όπως θα αναλυθεί και σε 

επόμενο κεφάλαιο, είναι σύνηθες η οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου 

να ανατίθεται σε ένα ή περισσότερα μέλη του ΔΣ ή και σε τρίτους, τα οποία όμως 

πρόσωπα δεν αποτελούν απλώς εντολοδόχους του ΔΣ αλλά ασκούν πρωτογενώς 

διαχειριστική εξουσία παράλληλα βέβαια με αυτή του ΔΣ (το οποίο και αποτελεί το 

αναντικατάστατο διαχειριστικό όργανο της εταιρίας). Κατ άρθρο 214 ΑΚ, που 

σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 εφαρμόζεται αναλόγως και στα νομικά πρόσωπα, τα 

ελαττώματα της βουλήσεως και η γνώση ή άγνοια (υπαίτια ή μη) ορισμένων 

κρίσιμων περιστατικών, καθώς και η επίδραση τους στη δικαιοπραξία, στη συμφωνία 

δηλαδή με τον ασφαλιστή, θα κριθούν αποκλειστικά από τα πρόσωπα αυτά137, για το 

λόγο ότι η βούληση αυτών είναι η βούληση του νομικού προσώπου της εταιρίας και 

οι όποιες ενέργειες-παραλείψεις τους επεκτείνονται όχι μόνο στην εταιρία αλλά και 

στο σύνολο του οργάνου του ΔΣ (για το σύνολο των ασφαλισμένων,)138

Διαφορετικό ζήτημα, είναι η περίπτωση αντιπροσώπευσης των παραπάνω 

υπόχρεων προσώπων (λήπτη και ασφαλισμένου). Έτσι λοιπόν, ο λήπτης της 

ασφάλισης, δύναται να εξουσιοδοτήσει τρίτο πρόσωπο να προβεί στις αναγκαίες 

ανακοινώσεις περιγραφής του κινδύνου, οπότε και με τη γνώση ανώνυμης εταιρίας 

εξομοιώνεται και η γνώση των αντιπροσώπων και εντολοδόχων αυτής κατά τα άρθρα 

211 και 713 επ. ΑΚ139. Σ’ αυτή τη περίπτωση ο πληρεξούσιος-αντιπρόσωπος του 

λήπτη140, ο οποίος ενεργεί μέσα στα όρια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, 

πρέπει να αναγγείλει όσα περιστατικά κινδύνου γνωρίζει, χωρίς, όμως, να παύει και 

το αντίστοιχο ασφαλιστικό βάρος για τον αντιπροσωπευόμενο. Το κύρος, βέβαια, των 

ασφαλιστικών ανακοινώσεων του αντιπροσώπου κρίνεται με βάση τα άρθρα 214, 215 

ΑΚ, καθ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων έως την κατάρτιση της 

ασφαλιστικής σύμβασης141. Όταν από την άλλη μεριά, ο λήπτης της ασφάλισης 

136 Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη, Σύμβαση ιδιωτικής ασφάλισης : το υποσύστημα των ασφαλιστικών ανακοινώσεων, εκδόσεις ΑΝΤ.Ν.ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ 2006, σελ. 46. 137 Βλ. ΕφΠειρ 625/2001, ΔΕΕ 2002, σελ. 65, 138 Βλ. ΑΠ 155/1999, ΕΕμπΔ 1999, σελ. 538. 139 Βλ. ΑΠ 134/2004, ΧρΙΔ 2004, σελ. 514 και ΑΠ 1883/2006 ΧρΙΔ 2007, σελ. 349, όπου βέβαια οι συγκριμένες αποφάσεις αφορούν εντολοδόχους ή αντιπροσώπους (ασφαλιστικοί πράκτορες) των ασφαλιστικών εταιριών, όχι του λήπτη ή του ασφαλισμένου, που δεσμεύουν τις δεσμεύουν ως άμεσοι αντιπρόσωποι τους. 140 Τα ίδια προφανώς θα ισχύουν και για τον ασφαλισμένο, εάν αντιπροσωπεύεται από τρίτο πρόσωπο. 141 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ασφαλιστική Σύμβαση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2000, σελ. 202. 

42 

υποβάλλει ο ίδιος την πρόταση ασφάλισης, εξουσιοδοτώντας, ταυτόχρονα, ένα τρίτο 

πρόσωπο να προβεί μόνο στις ασφαλιστικές ανακοινώσεις, τότε μόνο το τελευταίο 

πρόσωπο υποχρεούται να προβεί στην εκτέλεση του καθήκοντος αναγγελίας142

Λόγω του γεγονότος, ότι υπόχρεοι προς τήρηση του ασφαλιστικού βάρους είναι και 

τα ασφαλισμένα πρόσωπα, τίθεται ένα σημαντικό ερώτημα, που 

συγκεκριμενοποιείται στο κατά πόσο σε περίπτωση παράβασης του ασφαλιστικού 

βάρους από έναν από τους ασφαλισμένους, επέρχονται δυσμενείς συνέπειες για το 

σύνολο αυτών; Προς απάντηση του συγκεκριμένου ερωτήματος σκόπιμο είναι να 

θέσουμε και κάποια άλλα επιμέρους ερωτήματα, τα οποία απαντώντας τα, θα μας 

βοηθήσουν στην απάντηση του αρχικού ερωτήματος: κατ αρχάς θα πρέπει να 

διακρίνουμε, την ιδιότητα την οποία κατείχε τη συγκεκριμένη στιγμή το εν λογω 

πρόσωπο. Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, διότι αφενός τα μέλη του ΔΣ είναι τα 

ασφαλισμένα πρόσωπα, όμως παράλληλα εκπροσωπούν και την ίδια την εταιρία- 

λήπτρια, οπότε η παράβαση του ασφαλιστικού βάρους θα πρέπει να εξεταστεί, αν 

έγινε από τους ίδιους, ως ασφαλισμένα πρόσωπα, οπότε να εξετάσουμε αν 

επεκτείνεται και στα υπόλοιπα ή αν έγινε υπό την ιδιότητα τους ως εκπρόσωποι της 

εταιρίας-λήπτριας, άρα η παράβαση γίνεται ουσιαστικά από το ίδιο το νπ, με τις 

συνέπειες όμως, να αφορούν το σύνολο της εταιρίας, άρα και τα μέλη του ΔΣ 

συνολικώς. Τέλος τι γίνεται στη περίπτωση που η διαχείριση της εταιρίας έχει 

ανατεθεί σε ένα πρόσωπο μέλος ή μη του ΔΣ κατ άρθρο 22 παρ. 3; Η γνώση και κατ 

επέκταση η παράβαση του ασφαλιστικού βάρους θα πρέπει να εξεταστεί, μόνο ως 

προς το συγκεκριμένο πρόσωπο ή θα υπολογίζεται και η γνώση των λοιπών μελών 

του ΔΣ τα οποία βέβαια ταυτόχρονα αποτελούν και ασφαλιζόμενα πρόσωπα. 

Ιδιαίτερα στη περίπτωση, ανάθεσης σε υποκατάστατους (μέλος του ΔΣ ή σε ένα τρίτο 

πρόσωπο) η διαπίστωση της γνώσης και κατ επέκταση της πιθανούς παράβασης του 

ασφαλιστικού βάρους, από πλευράς της λήπτριας-εταιρίας, θα κριθεί, μόνο στο 

πρόσωπο των συγκεκριμένων υποκατάστατων οργάνων, και όχι στα πρόσωπα όλων 

των μελών του ΔΣ (το τελευταίο θα ισχύει όταν δεν υπάρχει ανάθεση)143. Η 

διευκρίνιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς, τα μέλη γενικώς του ΔΣ, είναι 

142 Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη, Σύμβαση ιδιωτικής ασφάλισης : το υποσύστημα των ασφαλιστικών ανακοινώσεων, εκδόσεις ΑΝΤ.Ν.ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ 2006, σελ. 46. 143 Βλ. και ΕφΠειρ 625/2001, ΔΕΕ 2002, σελ. 65, όπου ακριβώς εκεί τίθεται το όλο ζήτημα, αν ο εκπρόσωπος της εταιρίας, είχε εξουσία υποκατάστασης ή όχι, καθώς αν είχε τότε στο δικό του πρόσωπο θα κριθεί η γνώση ή όχι της κατάστασης και όχι γενικά όλου του ΔΣ. 

43 

ταυτόχρονα και τα ασφαλισμένα πρόσωπα από τη σύμβαση, τα οποία κατ’ άρθρο 9 

παρ.2 του Ν 2496/1997 είναι υποχρεωμένα και αυτά να εκπληρώσουν το 

ασφαλιστικό βάρος, οπότε σε περίπτωση μη εκπλήρωσης του, ενώ έχουν τη γνώση, ο 

ασφαλιστής απαλλάσσεται. Όμως εδώ, δεν κρίνεται γενικά η γνώση των 

ασφαλιζόμενων προσώπων, αλλά η γνώση της λήπτριας-εταιρίας, η οποία για το 

συγκεκριμένο ζήτημα εκφράζεται και εκπροσωπείται μέσω του ειδικώς ορισμένου 

υποκατάστατου οργάνου της (το οποίο εκπροσωπεί όχι τον ασφαλισμένο αλλά το 

νομικό πρόσωπο) και όχι από όλο το ΔΣ (χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι στερείται 

εποπτείας, εξουσιών και παρέμβασης144). Η γνώση επομένως και των λοιπών μελών- 

ασφαλισμένων, ειδικά στη περίπτωση της εξέτασης της τήρησης του ασφαλιστικού 

βάρους από πλευράς μόνο της λήπτριας, δεν ενδιαφέρει ακόμη και αν ανήκουν στο 

ίδιο διαχειριστικό όργανο. Αντίθετα διατηρούνται στο ακέραιο όλες οι υποχρεώσεις 

όλων των ασφαλισμένων και ενδιαφέρει αντίστοιχα η γνώση έκαστου εξ αυτών, 

οπότε και το αρχικό διατυπωθέν ερώτημα μετουσιώνεται ουσιαστικά στο κατά πόσο 

σε περίπτωση παράβασης του ασφαλιστικού βάρους από έναν από τους 

ασφαλισμένους, που δεν είναι ωστόσο εκπρόσωπος της λήπτριας της ασφάλισης στη 

συγκεκριμένη σύμβαση, επέρχονται οι ίδιες δυσμενείς συνέπειες για το σύνολο των 

λοιπών ασφαλισμένων145

Στη πράξη για την αποφυγή δυσχερειών και για την αποτελεσματική λειτουργία της 

ασφαλιστικής σύμβασης συνήθως συνομολογούνται ρήτρες επιμερισμού της γνώσης 

ή της ευθύνης, οι οποίες περιορίζουν τις συνέπειες από την παράβαση ενός 

ασφαλιστικού βάρους μόνο στον ασφαλισμένο, που αφορούν146. Ωστόσο, γίνεται 

δεκτό, ότι ακόμη και αν ελλείπουν οι σχετικές ρήτρες, λόγω της φύσης της εν λόγω 

144 Επιχείρημα για τον καταλογισμό της γνώσης του μη ενεργούντα τη διαχειριστική ενέργεια μέλους του ΔΣ δεν μπορεί να ληφθεί ούτε από την υποχρέωση, που φέρουν τα μέλη του οργάνου αυτού να ενημερώνουν και να ενημερώνονται, καθώς ως αποκλειστική συνέπεια ορίζεται η ευθύνη του μεμονωμένου μέλους συμφώνα με τα άρθρο 22α ν. 2190/1920, Ε. Περάκης, Η ενημέρωση των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ΕΕμπΔ 1991, σελ. 17. 145 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 67. 146 Εννοείται ότι οι ρήτρες αυτές ακόμη και αν έχουν συνομολογηθεί, δεν θα μπορούν να ισχύουν, στις περιπτώσεις, που αναφέραμε παραπάνω, όπου το πρόσωπο-ασφαλισμένος, τελεί υπό την ιδιότητα του ως εκπρόσωπος της εταιρίας-λήπτριας, οπότε και η γνώση του καταλογίζεται όχι μόνο στην εταιρία αλλά και στο σύνολο του οργάνου του ΔΣ (για το σύνολο των ασφαλισμένων,) καθώς εν προκειμένω, μπορεί ο εκπρόσωπος της εταιρίας να είναι και ταυτόχρονα ο ασφαλισμένος, όμως δεν θα πρόκειται για πταίσμα του ίδιου του ασφαλισμένου, αλλά του ίδιου του λήπτη της ασφάλισης με συνέπειες για το σύνολο των ασφαλιστικών σχέσεων που ιδρύονται με τους ασφαλισμένους. 

44 

σύμβασή ως ομαδικής και όχι ως συνασφάλισης, η παράβαση του ασφαλιστικού 

βάρους από τον έναν ασφαλισμένο δεν πρέπει να επεκτείνεται σε άλλον, ώστε και ο 

τελευταίος να εξαιρείται από την κάλυψη. Αυτό συμβαίνει ακριβώς, γιατί σύμφωνα 

με ό, τι έχει ειπωθεί για τη φύση της ασφαλιστικής σύμβασης, δημιουργούνται 

περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, από τις οποίες κάθε ασφαλισμένος αντλεί 

αυτοτελή δικαιώματα. Συνεπώς, ο δόλος του ενός δεν πρέπει επεκτείνεται και στους 

άλλους, όπως αντίστοιχα δεν πρέπει να επεκτείνεται και η παράβαση του 

ασφαλιστικού βάρους από έναν ασφαλισμένο που δεν εκπροσωπεί το λήπτη της 

ασφάλισή και στους λοιπούς147

Στην περίπτωση παράβασης του ασφαλιστικού βάρους είτε από το φυσικό πρόσωπου 

που εκπροσωπεί το λήπτη της ασφάλισης και κατ’ επέκταση από τον τελευταίο, είτε 

από τους ασφαλισμένους, επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζονται στο άρθρο 3 παρ.3 – 

7 του ΑσφΝ, όπως ακριβώς έχουμε προαναφέρει και στο κεφάλαιο, που αναλύεται το 

ασφαλιστικό βάρος148. Αξίζει συνοπτικά να αναφέρουμε τα εξής: οι συνέπειες αυτές 

δεν ενεργοποιούνται στην περίπτωση που ο ασφαλιστής γνώριζε τις πληροφορίες με 

οποιοδήποτε τρόπο ή δεν του γνωστοποιήθηκαν χωρίς υπαιτιότητα της λήπτριας της 

ασφάλισης ή του ασφαλισμένου. Για την επέλευση των συνεπειών δεν εξετάζεται και 

δεν ενδιαφέρει αν το περιστατικό επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής 

περίπτωση, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή 

του ασφαλιστή. Επιπλέον, το βάρος απόδειξης της παράβασης του ασφαλιστικού 

βάρους φέρει σε κάθε περίπτωση ο ασφαλιστής, ενώ ο φερόμενος ως δικαιούχος 

ασφαλισμένος μπορεί να προτείνει, κατ’ αντένσταση, ότι ο ασφαλιστής τελούσε, κατά 

τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, σε γνώση των περιστατικών και στοιχείων 

των σχετικών με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, οπότε η σύμβαση ασφάλισης είναι 

έγκυρη. 

147 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 68 και 69 όπου αναφέρεται, πως «ο μετριασμός αυτός αποκτά ιδιαίτερη αξία, εφόσον η κάλυψη παρέχεται για το σύνολο του ομίλου, εντός του οποίου είναι πιθανόν οι ασφαλισμένοι να μην γνωρίζουν καν την ύπαρξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου». . 148 Βλ. ΕφΑθ 89/2007, ΕπιΔικΙΑ 2007, σελ. 317. 

45 

ΙΙ. Η επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου 

Κατ άρθρο 4 παρ.1 «Κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης 

υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή, μέσα σε δεκατέσσερις (14) ημέρες από τότε 

που περιήλθε σε γνώση του, κάθε στοιχείο ή περιστατικό, το οποίο μπορεί να επιφέρει 

σημαντική επίταση του κινδύνου, σε βαθμό που, αν ο ασφαλιστής το γνώριζε, δεν θα 

είχε συνάψει την ασφάλιση ή δεν θα την είχε συνάψει με τους ίδιους όρους». 

Βασικό λόγο για την ύπαρξη της εν λόγω ρύθμισης αποτελεί η ανάγκη να υπάρχει 

αντιστοιχία και ισορροπία ανάμεσα στις παροχές των μερών. Ειδικότερα, επειδή η 

ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από αμφοτεροβαρή, έχει και διαρκή χαρακτήρα, πρέπει 

το ασφάλιστρο ν αποτελεί καθ όλη τη διάρκεια της σύμβασης την ακριβή αντιπαροχή 

του λήπτη για το κίνδυνο, που ανέλαβε ο ασφαλιστής. Εάν όμως κατά τη διάρκεια της 

ασφαλιστικής σύμβασης αυξηθούν οι πιθανότητες επέλευσης του κινδύνου, ο 

κίνδυνος γίνεται βαρύτερος πλέον για τον ασφαλιστή με αποτέλεσμα να κλονίζεται η 

ισορροπία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής149. Σε μία τέτοια περίπτωση πραγματικά, 

θα ήταν άδικο και συνάμα παράλογο να συνεχίσει να ευθύνεται ο ασφαλιστής με τους 

ίδιους όρους, αφού υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα πραγματοποιήσεως του 

κινδύνου, η οποία απαιτεί και μεγαλύτερο ασφάλιστρο. Γι αυτό το λόγο και 

θεσπίστηκε και το άρθρο 4 παρ. 2 ν. 2496/1997, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα 

του ασφαλιστή να καταγγείλει ή ν τροποποιήσει τη σύμβαση μόλις λάβει γνώση της 

επίτασης του κινδύνου150

Από τη σύγκριση του άρθρου 4 ν. 2496/1997, που τροποποίησε το παλαιό άρθρο του 

205 ΕΝ, παρατηρούμε το εξής: η διάταξη του άρθρου 4 ν. 2496/1997, θεσπίζει, πλέον 

ως ασφαλιστικό βάρος την υποχρέωση ανακοίνωσης κάθε επίτασης του κινδύνου και 

παραλείπει να κάνει λόγο για το ασφαλιστικό βάρος της μη επίτασης του κινδύνου, 

χωρίς δηλαδή να ενδιαφέρει ή να εξετάζεται εν προκειμένω η υπαιτιότητά των 

149 βλ. Ζ.Σκουλούδη, Δίκαιο της ιδιωτικής ασφάλισης : (γενικό μέρος, νομοθεσία της ασφαλιστικής επιχείρησης και στοιχεία ασφαλιστικών κλάδων), Μονογραφία, 2η έκδοση 1995, εκδόσεις Αθήνα : Αφοί Σάκκουλα, σελ. 250. 150 Βλ. Θ.Νικάκη, Μεταβολή ή επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, ΕπισκΕΔ 1999, σελ. 413. 

46 

υπόχρεων προσώπων151. Με άλλα λόγια είναι αδιάφορο εάν η επίταση προέρχεται 

από πράξη ή παράλειψη του ασφαλισμένου, πράξεις τρίτων ή εξωγενείς 

παράγοντες152. Στα πλαίσια αυτά, πρέπει να αναγγελθούν όλες οι υπαίτιες153 και 

ανυπαίτιες των υπόχρεων, προς εκπλήρωση του βάρους. προσώπων, που επιτείνουν 

τους κινδύνους, τις οποίες, ο υπόχρεος κατά τεκμήριο τις γνωρίζει. Τις επιτάσεις οι 

οποίες οφείλονται σε αντικειμενικούς λόγους, πρέπει να τις δηλώσει μόλις τις 

πληροφορηθεί154

Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί, ότι η διάταξη του άρθρου 4 ν. 2496/1997, σε αντίθεση 

και πάλι με το παλαιό δίκαιο ρυθμίζει μόνο την περίπτωση της επίτασης του κινδύνου 

και δεν αναφέρεται ρητά στη μεταβολή του, δηλαδή σε κάθε αλλοίωση του 

ασφαλισμένου κινδύνου, η οποία δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται και από 

επίταση του (λ.χ. η μετατροπή του ασφαλισμένου φορτηγού σε βυτιοφόρο μεταφοράς 

καυσίμων μεταβάλλει και συγχρόνως επιτείνει τον κίνδυνο, σε αντίθεση με τη 

μετατροπή του υπογείου από αποθήκη βενζίνης σε βιομηχανική εγκατάσταση, όπου 

υπάρχει σπουδαία μεταβολή του κινδύνου, χωρίς όμως αυτή να εμπεριέχει και 

επίταση του)155

Με βάση, λοιπόν τα αρχικώς αναφερθέντα, με τον όρο κατ αρχάς «επίταση του 

κινδύνου» εννοούμε κάθε γεγονός, που αυξάνει είτε την ένταση (μεταφορά στον 

ασφαλισμένο χώρο, όπου βρίσκονται ήδη δέκα κιλά βενζίνης και άλλων πέντε κιλών) 

είτε τη πιθανότητα επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου (η μεταφορά στο 

ασφαλισμένο κατά της πυρκαγιάς σπίτι σημαντικής ποσότητας εύφλεκτων υλικών)156

Ακολούθως ο ασφαλισμένος βαρύνεται με τη γνωστοποίηση κάθε περιστατικού το 

οποίο περιήλθε σε γνώση του, καθώς και αυτών, που σύμφωνα με τη λογική πορεία 

151 Βλ. Θ.Νικάκη, Μεταβολή ή επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, ΕπισκΕΔ 1999, σελ. 413. 152Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη, Σύμβαση Ιδιωτικής Ασφαλισης. Το υποσύστημα των ασφαλιστικών ανακοινώσεων, εκδόσεις ΑΝΤ.Ν.ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ 2006, σελ. 167. 153 Βλ. Θ.Νικάκη, Μεταβολή ή επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, ΕπισκΕΔ 1999, σελ. 413. Η υπαιτιότητα δεν είναι αδιάφορη απλώς η ως άνω υποχρέωση γνωστοποίησης εμπεριέχει έτσι και αλλιώς και την υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης (που προέβλεπε το άρθρο 205 ΕΝ) να μην επιτείνει ο ίδιος τον κίνδυνο με πράξη ή παράλειψη του, καθώς και να μην επιτρέπει σε οποιονδήποτε τρίτο αντίστοιχη ενέργεια, αφού γεννάται αυτόματα η υποχρέωση του να γνωστοποιήσει την επίταση. 154 Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη, ό.π. σελ. 167. 

155 Βλ. Θ.Νικάκη, Μεταβολή ή επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, ΕπισκΕΔ 1999, σελ. 413. 156 Βλ. Θ.Νικάκη, Μεταβολή ή επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, ΕπισκΕΔ 1999, σελ. 414. 

47 

των πραγμάτων έπρεπε να γνωρίζει, δηλαδή όσα από δόλο ή αμέλεια του αγνοεί157

Έτσι, ο υπόχρεος σε ανακοίνωση δεσμεύεται να δηλώσει τα περιστατικά, που έπεσαν 

στην αντίληψη του (αιτιώδη και αναιτιώδη σε σχέση με την επέλευση της 

ασφαλιστικής περίπτωσης, θετικά και αρνητικά, συνηθισμένα και ασυνήθιστα, 

παρελθόντα και παρόντα), εφόσον έλαβαν χώρα μετά την κατάρτιση της 

ασφαλιστικής σύμβασης. Το καθήκον αναγγελίας καταλαμβάνει όλα τα αντικειμενικά 

και υποκειμενικά περιστατικά και στοιχεία κινδύνου, όσα δηλαδή αναφέρονται στο 

ασφαλισμένο πρόσωπο ή έχουν σχέση με το πρόσωπο του λήπτη της ασφάλισης, του 

ασφαλισμένου ή των εκπροσώπων. Καταλαμβάνει επίσης όλες τις αντικειμενικές και 

υποκειμενικές επιτάσεις των ασφαλιστικών κινδύνων158

Όπως αναφέρθηκε ευθύς ανωτέρω δεν έχει σημασία αν τα περιστατικά εκ των 

υστέρων ασκούν ή όχι επίδραση στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης 

(αιτιώδης σύνδεσμος με την ασφαλιστική περίπτωση). Αναγγέλλονται και όσα 

περιστατικά δεν έχουν επηρεάσει την πιθανή εκ των υστέρων πραγματοποίηση του 

κινδύνου. Από την άλλη μεριά, βέβαια, ο ασφαλισμένος δεν είναι υποχρεωμένος να 

αναγγείλει όσα περιστατικά δεν έχουν σχέση με την ανάληψη του κινδύνου, οπότε 

παραμένουν αδιάφορα για τον ασφαλιστή, όσα δεν επιτείνουν τον κίνδυνο, όσα 

δηλαδή δεν είναι ουσιώδη, δεν προκαλούν επίταση και δεν επηρεάζουν την εκτίμηση 

του σφαλιστή για το κίνδυνο ή το ασφάλιστρο 159. Έτσι λοιπόν και ο ασφαλισμένος 

157 Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη, ό.π. σελ. 166, που επισημαίνει «στην τελευταία αυτή περίπτωση, όμως, νομίζουμε ότι θα πρέπει τα πρόσωπο που έχει ενεργήσει την ασφάλιση να καθοδηγηθεί από τον ασφαλιστή με σχετική ερώτηση». 158 Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη, ό.π. σελ. 166,167. 159 Όπως και στο… περί προσυμβατικής αναγγελίας κινδύνου, απαιτείται όχι αιτιώδης σύνδεσμος με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης αλλά αιτιώδης συνάφεια με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο. Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη ό.π. σελ. 167, ο οποίος αναφέρει ότι τα περιστατικά που αναγγέλλονται είναι όσα τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τον καλυπτόμενο κίνδυνο, ώστε να αποτελούν και ουσιώδη περιστατικά. Δεν απαιτείται λ.χ. να δηλωθεί η τοποθέτηση στο επίμαχο οίκημα εύφλεκτων υλών όταν εξαιρείται ο κίνδυνος πυρκαγιάς εκτός αν το ίδιο το περιστατικό επιβαρύνει τη γενική κατάσταση του κινδύνου. Βέβαια αξίζει να αναφέρουμε, ότι ο χαρακτηρισμός ενός περιστατικού ως ουσιώδους για την επίταση του κινδύνου δεν συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με τη σύνδεση του με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, διότι μπορεί το περιστατικό να συνδέεται με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, λ.χ. η μεταφορά λίγων επιπλέων γραμμαρίων σε μία αποθήκη, που έχει ασφαλιστεί για κίνδυνο πυρκαγιάς και που εμπεριέχει ήδη μεγάλη ποσότητα εκρηκτικών υλών, όμως να εξακολουθεί να θεωρείται «όχι ουσιώδες» διότι η έννοια «ουσιώδες περιστατικό», συνδέεται όπως θα δούμε και παρακάτω βάση του άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2496/1997, και με ένα άλλο κριτήριο το βαθμό επίταση του κινδύνου «…..που, αν ο ασφαλιστής το γνώριζε, δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση ή δεν θα την είχε συνάψει με τους ίδιους όρους». 

48 

δεν υποχρεούται σε αναγγελία όταν η επίταση είναι προσωρινή160. Τα ευμενή 

στοιχεία ή περιστατικά, αυτά δηλαδή που δεν επιτείνουν τους κινδύνους και δεν 

μεταβάλλουν τη κατάσταση σε βάρος του ασφαλιστή, ή ακόμα περισσότερα τους 

μειώνουν, δεν απαιτείται επίσης να αναγγελθούν161. Επίσης δεν απαιτείται να 

γνωστοποιηθούν τα άγνωστα στον ασφαλισμένο περιστατικά. Η άγνοια ωστόσο δεν 

πρέπει να αντίκειται στη καλή πίστη. Επομένως η ανύπαρκτη ή η εσφαλμένη δήλωση 

περιστατικών, που επιτείνουν έναν ή η περισσότερους από τους καλυπτόμενους 

κινδύνους δεν πρέπει να οφείλεται σε απάτη, σκοπιμότητα ή κακοβουλία των 

υπόχρεων προσώπων. Η ενημέρωση του ασφαλιστή, επίσης, δεν περιλαμβάνει τα 

μελλοντικά περιστατικά, ακόμη κι αν αυτά μπορούν να προβλεφθούν από το μέσο 

συνετό ασφαλισμένο ή σύμφωνα με την κανονική πορεία των πραγμάτων με 

βεβαιότητα θα συμβούν162

Ο ασφαλιστής δεν είναι υποχρεωμένος να πληροφορηθεί με δικές του ενέργειες τα 

καινούρια δυσμενή γι αυτόν περιστατικά ή την επιβάρυνση της κατάστασης του 

κινδύνου. Εφόσον όμως είναι ήδη ενήμερος γι αυτά τότε δεν υπάρχει καθήκον του 

ασφαλισμένου να τα ανακοινώσει. Η ενδοσυμβατική αναγγελία σε μία τέτοια 

περίπτωση παρουσιάζεται χωρίς αντικείμενο. Παράλληλα το σκοπούμενο καθήκον 

αναγγελίας πρέπει να εκπληρώνεται από τον ασφαλισμένο αυθόρμητα. Δεν 

θεσμοθετείται υποχρέωση του ασφαλιστή να υποβάλλει ερωτηματολόγιο, άλλωστε 

κάτι τέτοιο στην πράξη δεν είναι και πιθανό να συμβεί. Επισημαίνεταιμάλιστα, πως 

εφόσον κατά τη διάρκεια της σύμβασης υποβληθούν από τον ασφαλιστή ερωτήσεις, 

φαίνεται πως δεν υπάρχει αρχικώς καθήκον του ασφαλισμένου να απαντήσει σ 

160 Βλ. Β.Κιάντο, Επίταση του κινδύνου και άλλες τροποποιήσεις της καταστάσεως κινδύνου, ΕΕμπΔ 1985, σελ. 236, ο οποίος θεωρεί ότι ο νόμος δεν διακρίνει εάν πρόκειται για προσωρινή ή μόνιμη επίταση του κινδύνου (η άποψη αυτή ωστόσο διατυπώθηκε κατά το προισχύσαν δίκαιο)., η κρατούσα στη θεωρία άποψη (βλ. Ζ.Σκουλούδη, Δίκαιο της ιδιωτικής ασφάλισης : γενικό μέρος, νομοθεσία της ασφαλιστικής επιχείρησης και στοιχεία ασφαλιστικών κλάδων, μονογραφία, 2η έκδοση 1995, εκδόσεις Αθήνα : Αφοί Σάκκουλα, σελ. 252) δέχεται, όσον αφορά τη χρονική διάρκεια του γεγονότος, που μπορεί να επιτείνει τον ασφαλισμένο κίνδυνο, ότι η μεταβολή των χαρακτηριστικών του κινδύνου δεν αρκεί να είναι στιγμιαία και παροδική, αλλά θα πρέπει να τροποποιεί κατά τέτοιο τρόπο τον κίνδυνο, ώστε αυτός να σταθεροποιείται σε νέα βάση, δηλαδή σε νέο, υψηλότερο επίπεδο. Έτσι λ.χ. δεν αυξάνουν τον κίνδυνο, π.χ. η μέθη του χειριστή του ασφαλισμένου μηχανήματος, αν δεν αποτελεί μόνιμη κατάσταση. 161 βλ. Ζ.Σκουλούδη, Δίκαιο της ιδιωτικής ασφάλισης : (γενικό μέρος, νομοθεσία της ασφαλιστικής επιχείρησης και στοιχεία ασφαλιστικών κλάδων), Μονογραφία, 2η έκδοση 1995, εκδόσεις Αθήνα : Αφοί Σάκκουλα, σελ. 251. 162 Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη, ό.π. σελ. 169. 

49 

αυτές163. Τα μέρη διαθέτουν πάντως, την ευχέρεια, εφόσον το επιθυμούν, να 

προβλέψουν, κατά τη σύναψη ή την ανανέωση της σύμβασης ή σε οποιοδήποτε 

χρόνο, τη χρήση του συστήματος των ερωτήσεων με συμβατική ρήτρα στο 

ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή σε χωριστό έγγραφο, η οποία να γίνεται σε καθορισμένα 

χρονικά διαστήματα (π.χ. μία φορά το χρόνο) ή, ενδεχόμενα, οπότε ο ασφαλιστής το 

θεωρεί αναγκαίο164

Επειδή ακριβώς ανωτέρω αναφέρθηκε ότι για το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος 

δεν αρκεί οποιαδήποτε επίταση του κινδύνου, αλλά μόνο η ουσιώδης, ενώ αντίστοιχα 

κατ άρθρο 4, το κριτήριο είναι αν ο ασφαλιστής εν γνώσει των συγκεκριμένων 

περιστατικών θα είχε απορρίψει τη σύναψη της ασφάλισης ή θα την είχε εξαρτήσει 

από ένα υψηλότερο ασφάλιστρο, τίθεται έτσι το εξής ερώτημα: με ποιο κριτήριο θα 

ερευνηθεί η υποθετική συναίνεση ή η άρνηση του ασφαλιστή. Τα κριτήρια κατά μία 

θέση είναι υποκειμενικά και αναφέρονται στο συγκεκριμένο ασφαλιστή (από τις 

οικονομικές δυνατότητες του συγκεκριμένου ασφαλιστή και το βαθμό οργάνωσης της 

επιχείρησης του)165, ενώ κατ’ άλλη αντικειμενικά και ως βάση τους λαμβάνονται οι 

αντιλήψεις που επικρατούν στο συγκεκριμένο κλάδο ασφάλισης (στην ασφάλιση 

μηχανήματος κατά της πυρκαγιάς η μεταγενέστερη πρόσληψη ανειδίκευτου εργάτη 

ως χειριστή του αυξάνει τον κίνδυνο, ενώ στην ασφάλιση του ίδιου μηχανήματος 

κατά κλοπής η μεταβολή αυτή είναι αδιάφορη) 166

Όσον αφόρα τα υπόχρεα προς εκπλήρωση και του συγκεκριμένου βάρους της 

επίτασης του κινδύνου, ισχύουν, όσα ακριβώς προαναφέραμε. Το καθήκον 

αναγγελίας, δηλαδή, σε περίπτωση ασφάλισης για ίδιο λογαριασμό το έχει ο 

αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, που θα είναι και ο ασφαλισμένος, ενώ σε 

περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό άλλου η υποχρέωση βαρύνει και το λήπτη της 

ασφάλισης και τον ασφαλισμένο (εννοείται και τους αντιπροσώπους, πληρεξουσίους 

163 Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη, ό.π. σελ. 169, η σιωπή βέβαια του ασφαλισμένου ή λήπτη δεν είναι σίγουρο ότι λειτουργεί προς το συμφέρον του, καθώς ο ασφαλιστής για να το πράξει σημαίνει ότι υποψιάζεται πιθανή επίταση του κινδύνου και αν συμβαίνει όντως κάτι τέτοιο θα είναι εξαιρετικά δύσκολο ο λήπτης-ασφαλισμένος να αποδείξει και να πείσει, ότι η επίταση δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα. 164 Βλ. Γ.Δ.Αθανασιάδη, ό.π. σελ. 170. 165 Βλ. Β.Δ.Κιάντο, Ασφαλιστικό Δίκαιο, 8η έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2003, σελ. 102. 166 βλ. Ζ.Σκουλούδη, Δίκαιο της ιδιωτικής ασφάλισης : (γενικό μέρος, νομοθεσία της ασφαλιστικής επιχείρησης και στοιχεία ασφαλιστικών κλάδων), Μονογραφία, 2η έκδοση 1995, εκδόσεις Αθήνα : Αφοί Σάκκουλα, σελ. 250. 

50 

και εκπροσώπους αυτών)167. Το καθήκον αυτό εκπληρώνεται με την αποστολή και 

μόνο της δήλωσης (χωρίς να απαιτείται και η λήψη της). Πραγματικά η αποστολή της 

δήλωσης εντός της προθεσμίας του νόμου αποτελεί κι εκπλήρωση της υποχρέωσης. 

Δέκτες της ανακοίνωσης πρέπει να είναι είτε ο γενικός πράκτορας του ασφαλισμένου, 

είτε το ΔΣ ή τα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που εκπροσωπούν την εταιρία, είτε ο 

ειδικός αντιπρόσωπος για να δέχεται τις δηλώσεις των ασφαλισμένων (όλες ή εκείνες, 

που αφορούν την επίταση του κινδύνου) είτε ο πράκτορας του ασφαλιστή, μέσα όμως 

στα πλαίσια της τοπικής αρμοδιότητας του, είτε τέλος, σε περίπτωση συνασφάλισης, 

ένας από τους συνασφαλιστές. Η ανακοίνωση, αυτή, τέλος, μπορεί να γίνει και 

άτυπα, συνεπώς και προφορικά, καθώς η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 2496/1997 

δεν επιβάλλει την τήρηση ορισμένου τύπου168

Ως περιστάσεις, που επιτείνουν τον κίνδυνο, ειδικά για την περίπτωση της ασφάλισης 

της ευθύνης μελών ΔΣ, νοούνται η αλλαγή του εταιρικού σκοπού της λήπτριας, η 

επέκταση ή αλλαγή του τομέα της εταιρίας, η αλλαγή της δομής της εταιρίας και των 

δικαιωμάτων ψήφου (συνήθως σε ποσοστά που ορίζονται στο ασφαλιστήριο), η 

απόκτηση ή η ίδρυση εταιριών, η εκούσια εκκαθάριση της λήπτριας της ασφάλισης ή 

της Θυγατρικής της, η έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας κατά της λήπτριας της 

ασφάλισης ή υποτελών αυτής εταιριών, η μετατροπή της λήπτριας της ασφάλισης, η 

ανάληψη ευθύνης από τη λήπτρια της ασφάλισης έναντι τρίτων, η σύναψη 

ασφαλιστικών συμβάσεων, με σχετικό με την σύμβαση ασφάλισης της αστικής 

ευθύνης τομέα προστασίας169

Οι συνέπειες παράβασης του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους αντιστοιχούν με 

τις συνέπειες σε περίπτωση παράβασης του καθήκοντος προσυμβατικής αναγγελίας 

(βλ. άρθρο 4 παρ.2170 του Ν 2496/1997). Αντίστοιχα ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν 

167 Βλ. Β.Δ.Κιάντο, Ασφαλιστικό Δίκαιο, 8η έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2003, σελ. 101, Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ασφαλιστική Σύμβαση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2000, σελ. 202 και Θ.Νικάκη, ό.π. σελ. 416, ο οποίος βέβαια αναφέρει διαζευκτικά τον λήπτη ή τον ασφαλισμένο, ως υπόχρεα πρόσωπα προς εκπλήρωση του σχετικού βάρους, σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό άλλου . 168 Θ.Νικάκη, ό.π. σελ. 416. 169 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 71, πρωταρχικό αντικειμενικό περιστατικό που επιτείνει τον κίνδυνο αποτελεί η αλλαγή του εταιρικού ελέγχου, καθώς έχει διαπιστωθεί, ότι οδηγεί, μετά από τον επιμελή έλεγχο στις νομικές και οικονομικές σχέσεις της εταιρίας από τον υποψήφιο αγοραστή, σε σχετική αύξηση των εσωτερικών αξιώσεων κατά των διοικούντων. 170 Βλ. Άρθρο 4 παρ. 2. «Ο ασφαλιστής, μόλις λάβει γνώση της επίτασης του κινδύνου, δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση ή να ζητήσει την τροποποίησή της. Οι διατάξεις των παρ. 3, 4, 5, 6 και 7 του 

51 

προκειμένου για τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την τήρηση των υποχρεώσεων 

αυτών. 

Στο συγκεκριμένο είδος ασφάλισης, όπως και σε κάθε περίπτωση ασφάλισης της 

αστικής ευθύνης, τα όρια της εκούσιας επίτασης και υπαίτιας πρόκλησης της 

ασφαλιστικής περίπτωσης είναι καμιά φορά δυσδιάκριτα, ωστόσο στην περίπτωση 

επίτασή του κινδύνου η ασφαλιστική περίπτωση δεν επέρχεται άμεσα, αλλά υπάρχει 

μετατόπιση του κινδύνου σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Σε περίπτωση που τα ίδια 

περιστατικά προκαλούν επίταση του κινδύνου και πρόκληση της ασφαλιστικής 

περίπτωσης υπάρχει απλά φαινομενική συρροή νόμων και η υπαίτια επίταση – η 

οποία ωστόσο παρουσίασε σταθεροποίηση για ικανό χρονικό διάστημα – 

απορροφάται από την υπαίτια πρόκληση της ζημίας γιατί αυτό που ενδιαφέρει το 

δίκαιο, τελικά είναι το συνολικό αποτέλεσμα μίας αντισυμβατικής συμπεριφοράς και 

όχι η διαδρομή της από διάφορα ενδιάμεσα στάδια171

 

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ 

Κεφάλαιο πρώτο 

Η ασφαλιστική κάλυψη 

Ι. Γενικά 

Όπως αναφέρθηκε και εισαγωγικώς στα πλαίσια της άσκησης των διαχειριστικών 

καθηκόντων των διοικούντων προσώπων, μπορεί να προκύψουν αξιώσεις εναντίον 

τους προς αποκατάσταση τυχόν ζημιών (εσωτερική και εξωτερική ευθύνη). Η 

ασφαλιστική κάλυψη, λοιπόν (που αποτελεί και τη κυριότερη υποχρέωση του 

ασφαλιστή, να αναλαμβάνει, δηλαδή, και να φέρει τον κίνδυνο καθ’ όλη τη διάρκεια 

άρθρου 3 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στην επίταση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της σύμβασης». 

171 Γ.Δ.Αθανασιάδη, Σύμβαση Ιδιωτικής Ασφαλισης. Το υποσύστημα των ασφαλιστικών ανακοινώσεων, εκδόσεις ΑΝΤ.Ν.ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ 2006, σελ. 145. 

52 

της ασφαλιστικής σύμβασης172 173), έρχεται ακριβώς προς αποκατάσταση της ζημίας 

(αποζημίωση και δικαστικά και εξώδικα έξοδα/δαπάνες) των ασφαλισμένων για κάθε 

αξίωση, που ασκείται εναντίον τους από τρίτους ή και την ίδια την εταιρία λόγω 

άδικης/παράνομης πράξης που διαπράχθηκε από αυτούς υπό την ιδιότητά τους ως 

διοικούντες και για την οποία ενάγονται είτε αυτοτελώς, είτε εις ολόκληρον μεταξύ 

τους ή με την εταιρία (άρθρο 71 ΑΚ), εφόσον λάβει χώρα μέσα στην διάρκεια του 

ασφαλιστηρίου (ή στην πρόσθετη περίοδο που τυχόν δίνεται) και γνωστοποιηθεί στην 

προθεσμία που ειδικά τίθεται. 

Βέβαια, μέχρι την πραγματοποίηση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η προαναφερθείσα 

υποχρέωση του ασφαλιστή είναι σε λανθάνουσα κατάσταση, με την έννοια, ότι η 

υποχρέωση έχει μεν γεννηθεί, αλλά δεν είναι επιδιώξιμη. Ο ασφαλισμένος έχει 

προσδοκία δικαιώματος (στατικό στάδιο). Μετά την επέλευση της ασφαλιστικής 

172 Οι υποχρεώσεις του ασφαλιστή, όμως, έχουν την έννοια της ενοχικής υποχρέωσης και όχι των ασφαλιστικών βαρών. Αναλυτικά βλ. Ρ. Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, Η ασφάλιση ευθύνης, διδακτορική διατριβή (1986), σελ. 58 επ. 

173 Αναλυτικά βλ. Ι. Ρόκας, Ιδιωτική ασφάλιση: Δίκαιο της ασφαλιστικής σύμβασης, της ασφαλιστικής επιχείρησης, έκδοση11η, εκδόσεις Α. ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Κομοτηνή,σελ. 169 επ και Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, Ράνια, Η ασφάλιση ευθύνης, διδακτορική διατριβή (1986), σελ. 88 επ . Η ασφαλιστική κάλυψη βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης: η τελευταία διακρίνεται σε τυπική (το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ισχύει η ασφαλιστική σύμβαση και υπάρχουν δικαιώματά και υποχρεώσει και για τα δύο μέρη), ουσιαστική (το χρονικό διάστημα, για το οποίο ο ασφαλιστής έχει αναλάβει να φέρει τον κίνδυνο) και τεχνική (το χρονικό διάστημα, για το οποίο υπολογίζεται το ασφάλιστρο). Η διάκριση αυτή σχετίζεται με την έναρξη της ασφάλισης, η οποία διακρίνεται αντίστοιχα σε τυπική (ο χρόνος, στον οποίο επήλθε η συμφωνία μεταξύ των δύο μερών), ουσιαστική (ο χρόνο, που συμφωνήθηκε να αρχίσει ο ασφαλιστής να φέρει τον κίνδυνο) και τεχνική (ο χρόνο, κατά τον οποίο ξεκινάει να υπολογίζεται το ασφάλισμα). Συνήθως, τα τρία αυτά χρονικά διαστήματα συμπίπτουν. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπάρξει ειδική συμφωνία που θα ρυθμίζει διαφορετικά το ζήτημα της έναρξης της σύμβασης. Για παράδειγμα, μπορεί τα μέρη να συμφωνήσουν σε αναδρομική ασφάλιση, οπότε και η ουσιαστική με την τεχνική έναρξη θα συμπίπτουν και θα προηγούνται της τυπικής έναρξης. Αντίστοιχα, υπάρχουν και τρία είδη λήξης της σύμβασης ασφάλισης, η τυπική λήξη (όταν παύουν όλες οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών), η ουσιαστική (όταν παύει η υποχρέωση του ασφαλιστή να φέρει τον κίνδυνο, το οποίο μπορεί να οφείλεται είτε στην παρέλευση του χρόνου, για τον οποίο είχε συμφωνηθεί να ισχύει η ασφαλιστική σύμβαση, είτε στην καταγγελία της σύμβασης, είτε στην έκλειψη ή πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου) και η τεχνική λήξη (συμπίπτει με το χρονικό σημείο, μέχρι του οποίου είχε συμφωνηθεί το ασφάλιστρο). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το θέμα της διάρκειας της ευθύνης του ασφαλιστή, το οποίο θα αναλυθεί και εκτενώς παρακάτω, στο κεφάλαιο για τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης των μελών του ΔΣ. Η έναρξη της ευθύνης του ασφαλιστή ταυτίζεται με την ουσιαστική έναρξη της σύμβασης. Η διάρκεια, όμως της ευθύνης μπορεί να τύχει διαφορετικής συμφωνίας. Δηλαδή, μπορεί να συμπίπτει με την ουσιαστική λήξη της σύμβασης ή μπορεί να συμφωνηθεί ότι θα λήγει, ύστερα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα από την ουσιαστική λήξη της σύμβασης. Για τον καθορισμό της διάρκειας της ευθύνης του ασφαλιστή, όπως, επίσης, θα αναλυθεί και παρακάτω, συνήθως, υπάρχει, ειδική συμφωνία που παίρνει τη μορφή, είτε ρήτρας «κάλυψης αξιώσεων που θα προβληθούν», «claims made policy», είτε ρήτρας κάλυψης των περιστατικών ή ζημιών που θα συμβούν, «occurrence based policy ή loss occurrence policies». 

53 

περίπτωσης, η υποχρέωση αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο, την καταβολή δηλαδή 

του ασφαλίσματος (δυναμικό στάδιο). Από το σημείο αυτό (την επέλευση του 

ζημιογόνου γεγονότος) και κυρίως με την έγερση των αξιώσεων του τρίτου 

ζημιωθέντος κατά του ασφαλισμένου (για κάποιους το χρονικό αυτό σημείο αποτελεί 

και την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ενώ για άλλους αποτελεί το τέλος 

της εκτεταμένης περιόδου της ασφαλιστικής περίπτωσης), οπότε γεννώνται και οι 

αξιώσεις του ασφαλισμένου προς τον ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος μπορεί να μπορεί 

να επιδιώξει κατ αρχάς τη καταβολή του ασφαλίσματος (η αξίωση ελευθέρωσης του 

ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή είναι απαιτητή σε πρώτο στάδιο με την εξώδική ή 

δικαστική διαπίστωση των ασφαλιστικών αξιώσεων του τρίτου174, σε συνδυασμό με 

την ανακοίνωση από τον ασφαλισμένο προς τον ασφαλιστή της επέλευση της 

ασφαλιστικής περίπτωσης, κατ’ άρθρο 7 παρ. 1 του Ασφ.Ν) 175

  1. Τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα 

Ασφαλισμένα πρόσωπα είναι τα παρόντα, μελλοντικά και πρώην, κυρίως μέλη του 

ΔΣ, υποκατάστατα μέλη αλλά και άλλα διάφορα πρόσωπα τα οποία θα αναλυθούν 

ακριβώς παρακάτω. 

Η κάλυψη των πρώην μελών της διοίκησης είναι δυνατή, καθώς η ασφαλιστική 

περίπτωση εξαρτάται σημαντικά και από την έγερση αξιώσεων, ενώ σε αρκετές 

περιπτώσεις παρέχεται και αναδρομική κάλυψη176. Αντίστροφα, η κάλυψη των 

μελλοντικών μελών του ΔΣ είναι επιτρεπτή και δυνατή, καθώς ως προαναφέρθηκε 

δεν είναι ανάγκη στην ασφάλιση υπέρ τρίτου ο ασφαλισμένος να είναι ορισμένος, 

αρκεί να είναι οριστός, ενώ συνήθως η λήπτρια της ασφάλισης αναλαμβάνει την 

υποχρέωση να κοινοποιήσει κατάλογο με τα μέλη της διοίκησης της σε καθορισμένα 

χρονικά διαστήματα ή στην ανανέωση ή με την ανάληψη των καθηκόντων από τα νέα 

αυτά πρόσωπα. 

174 Βλ. αναλυτικά γι αυτο το θέμα στο κεφάλαιο για την ασφαλιστική ζημία. 175 Βλ. Α. Αργυριάδη, Στοιχεία Ασφαλιστικού Δικαίου (με επιμέλεια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου Ράνιας και Σκαλίδη Λευτέρη) εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2007, 5η έκδοση, σελ. 78 176 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 76, όπου και αναφέρει πως ορισμένα ασφαλιστήρια περιορίζουν την κάλυψη και αναφέρονται σε ασφαλισμένους που έχουν διοριστεί και αποδεχθεί το διορισμό τους κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης. 

54 

Όσον αφορά τώρα συγκεκριμένα τα πρόσωπα: 

Α) Όπως προαναφέρθηκε, κυρίως, ασφαλισμένα είναι ίδια τα μέλη του διοικητικού 

συμβούλιου, το οποίο ως όργανο, αποτελεί και το υποχρεωτικό και αναντικατάστατο 

όργανο διοίκησης. Η παραπάνω διαπίστωση προκύπτει από την οργανωτική 

διάρθρωση της ΑΕ κατά την οποία, κατ ́ άρθρο 18 παρ. 1177, το ΔΣ εκπροσωπεί επί 

δικαστηρίου και εξωδίκως την AE178 179

Β) Παράλληλα, βέβαια, ασφαλισμένα θα πρέπει να θεωρηθούν και τα υποκατάστατα 

όργανα καθώς με βάση το άρθρο 22 παρ. 3, το καταστατικό έχει τη δυνατότητα να 

ορίζει θέματα, για τα οποία, με απόφαση του ίδιου του ΔΣ, η εξουσία του, μπορεί να 

ασκείται ολικά ή μερικά (όσον αφορά την έκταση της ανάθεσης ως προς τον τομέα, 

που πρόκειται να αναληφθεί από το υποκατάστατο όργανο), από ένα ή περισσότερα 

πρόσωπα μέλη του ή μη180, τα οποία θα δρουν συλλογικά181 ή ατομικά, ανάλογα με 

το τι προβλέπεται στο καταστατικό182. Οι σύμβουλοι, στους οποίους έχουν ανατεθεί 

οι παραπάνω εξουσίες ονομάζονται συνήθως «εντεταλμένοι» ή «διευθύνοντες» 

σύμβουλοι. Αντίθετα, οι τρίτοι συνήθως ονομάζονται «διευθυντές» ή «γενικοί 

διευθυντές». Τα τρίτα πρόσωπα, που, συνήθως, ενεργούν σε σύμπραξη με 

συμβούλους, λειτουργούν ως όργανα της εταιρίας με ανεξαρτησία δράσης και δεν 

εκτελούν απλά εντολές (δεν είναι εντολοδόχοι ή πληρεξούσιοι του ΔΣ) αλλά ασκούν 

οργανικές εξουσίες, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και να περιορίζεται η ευχέρεια 

177 Βλ. άρθρο 18 παρ. 1 «Η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου….». 178 Βλ. άρθρο 18 παρ. 1 «…..εκπροσωπείται υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου ενεργούντος συλλογικώς» αλλά και από το άρθρο 21 παρ. 1 και 2, όπου καθιερώνονται, τα ποσοστά απαρτίας και πλειοψηφίας για τη λήψη των αποφάσεων. Βλ. Ν. Ρόκα.., Εμπορικές Εταιρίες, 7η έκδοση, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2012, σελ. 319. 179 Αντίστοιχα μπορούν να καλύπτονται με συμβατική πρόβλεψη και οι εκκαθαριστές και ο σύνδικος της πτώχευσης αλλά και οι διαχειριστές του άρθρου 69 ΑΚ. 180 ΑΠ 1215/2000, ΕΕμπΔ 2002, σελ 369, σύμφωνα με την οποία «το δικαίωμα τούτο της οργανικής εκπροσωπήσεως της εταιρίας, εφόσον επιτρέπει το καταστατικό της, μπορεί, κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 18 να ανατεθεί από το διοικητικό συμβούλιο και σε ένα ή περισσότερα μέλη του…….. είτε εν όλω είτε εν μέρει… ». στην ίδια κατεύθυνση και η ΕφΛαρ. 253/2002 ΕπισκΕΔ 2002 σελ 798. 181Βλ. Ν.Ρόκα.Ν., ό.π. σελ. 321 (υποσημείωση 108), που υποστηρίζει, ότι σε περίπτωση, που συναλλαγεί μόνο ένας σύμβουλος, ενώ ήταν αναγκαία και η σύμπραξη του άλλου, προφανώς τίθεται ζήτημα έλλειψη εξουσίας. Συνεχίζοντας υποστηρίζει, ότι η νομολογία δέχεται ότι μπορεί να ισχυροποιηθεί εκ των υστέρων, αν αποδεικνύεται σιωπηρή έγκριση της εταιρίας. 

55 

δράσης του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο δεν μπορεί να απολέσει ούτε 

προσωρινά τις εξουσίες του183

Γ) Ειδικότερα η προβληματική των «de facto» διοικητών και του «de facto» ΔΣ: 

Δυσχέρειες ανακύπτουν και στο κατά πόσο υπό την κάλυψη του ασφαλιστηρίου 

εμπίπτουν και οι λεγόμενοι «de facto» ή αλλιώς σκιώδεις διοικούντες. Τα πρόσωπα, 

δηλαδή, που ασκούν σημαντική επιρροή στη λήψη αποφάσεων λόγω της ισχυρής 

θέσης τους, ως κυρίαρχοι μέτοχοι και καταφέρνουν ουσιαστικά να διοικούν την 

εταιρία, παρότι τυπικά δεν μετέχουν στη σύνθεση του ΔΣ και δεν εμφανίζονται προς 

τα έξω (shadow directors)184. Η δράση των εν λόγω προσώπων, μπορεί να 

δημιουργήσει ευθύνη τους προς τα έσω καθώς η εταιρία μπορεί να υποστεί ζημία ή 

να καταστεί αφερέγγυα προς τρίτους εξαιτίας αποφάσεων και ενεργειών του ΔΣ, που 

ελήφθησαν ή έλαβαν χώρα λόγω ακριβώς της άσκησης επιρροής των εν λόγω 

προσώπων, οπότε με διασταλτική ερμηνεία μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη τους 

κατά 22α και 22β ν. 2190/1920. Παράλληλα ευθύνη τους δεν αποκλείεται και προς 

τρίτους ειδικά στην περίπτωση, που υπάρχει αδικοπρακτική ευθύνη, οπότε μπορούν 

να εναχθούν ευθέως από τους τρίτους185. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις εννοείται, ότι 

παράλληλα θα ευθύνονται και τα ίδια τα μέλη του ΔΣ. 

Ακόμη, υποκείμενα της πλημμελούς διαχειριστικής συμπεριφοράς, μπορούν να είναι 

και τα πρόσωπα που έστω και εν τοις πράγμασιν186 ασκούν διοικητικά καθήκοντα 

είτε επειδή είναι άκυρη η πράξη εκλογής/διορισμού τους είτε διότι η θητεία τους έχει 

κατ’ άρθρο 19 ΚΝ 2190/1920 λήξει, με την πάροδο της εξαετίας και του εξαμήνου 

182Βλ. Β.Αντωνόπουλο., Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας και Ε.Π.Ε, Γ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα- Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 430. 183 Βλ. Β.Αντωνόπουλο., ό.π. σελ. 431. 184 Βλ. Χ. Λιβαδά., εις Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρίας, Επιμέλεια: Περάκης Ε., 3η Έκδοση, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2010, σελ. 871, όπου γίνεται λόγος για την προσπάθεια θεμελίωσης της ευθύνης και σε περιπτώσεις άτυπης εμπλοκής προσώπων στη διαχείριση, χωρίς τη μεσολάβηση νόμιμου διορισμού τους. 185 Βλ. Μ.Θ Μαρίνο, παρατηρήσεις επί της ΑΠ 162/1999, Τμ ΣΤ ́, ΔΕΕ 2000 , σελ. 867. 186 βλ. Χ. Λιβαδά., ό.π. σελ. 870, για την ακριβή οριοθέτηση της έννοιας του de facto ΔΣ,. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, πρόκειται για μια κατάσταση που δημιουργεί την εντύπωση νόμιμης λειτουργίας (φαινόμενο δίκαιο), για το λόγο δε αυτό οι τρίτοι κρίνονται προστατευτέοι και μάλιστα ανεξάρτητα από την προστασία που απολαμβάνουν βάσει του άρθρου 7ε ΚΝ 2190/1920. Στο ίδιο μήκος κύματος βλ. χαρακτηριστικά Μ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 865., ο οποίος κάνει λόγο για την κάλυψη «ενός κενού ευθύνης στο οργανωτικό εταιρικό πλαίσιο, εκεί όπου δεν υπάρχει ο έγκυρος διορισμός ενός οργάνου ή το όργανο λόγω ελαττωματικού διορισμού ενός μέλους δεν συνέρχεται και δεν αποφασίζει έγκυρα». 

56 

και υπάρχει αδυναμία σύγκλησης γενικής συνέλευσης για εκλογή νέων μελών. Στις 

περιπτώσεις αυτές οι μέτοχοι, παρότι γνωρίζουν την ακυρότητα της εκλογής ή το 

γεγονός της λήξης της θητείας, εμμένουν στην εντύπωση νομιμότητας που 

προκαλείται στους καλόπιστους τρίτους, δίχως να διορθώνουν τη φαινομενικά νόμιμη 

λειτουργία του ΔΣ με την πραγματική. 

Όπως επισημαίνεται187 κατά τη συνήθη διατύπωση των ασφαλιστήριων, η κάλυψη 

αναφέρεται μόνο σε πρόσωπα που έχουν αναλάβει νόμιμα τη διαχείριση της εταιρίας. 

Η διατύπωση αυτή εξαιρεί από την κάλυψη τα πρόσωπα εκείνα που θεωρούνται εν 

τοις πράγμασιν διοικούντες λόγω έλλειψης νομίμου διορισμού, ωστόσο είναι νόμιμη 

σε κάθε περίπτωση η ανάληψη της κάλυψης της ευθύνης των προσώπων αυτών από 

την ασφαλιστική εταιρία. Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζεται188, πως τα πρόσωπα 

που θεωρούνται «de facto» διοικούντες λόγω πραγματικής άσκησης πράξεων 

διαχείρισης, όρος, που αναφέρεται κατεξοχήν στους κυρίαρχους μετόχους, δεν 

μπορούν και πάλι σε κάθε περίπτωση να καλυφθούν, καθώς η κάλυψη αφορά τα 

πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα των διοικούντων και ενεργούν υπό αυτήν. Αντίθετα 

η αποδοχή και των άλλων προσώπων αφενός μεν θα διεύρυνε κατά πολύ την κάλυψη 

εις βάρος των ασφαλιστικών εταιριών, αφετέρου δε θα δημιουργούσε ασάφεια στα 

ασφαλιστήρια συμβόλαια και επιπλέον θα νομιμοποιούσε και θα επέρριπτε σε έναν 

τρίτο συμβαλλόμενο, δηλαδή τον ασφαλιστή, την ευθύνη από την έλλειψη ορθής λει- 

τουργίας της εσωτερικής έννομης τάξης189. Η κάλυψη των προσώπων αυτών, συ- 

νεπώς, θα απόληγε σε μία ασφάλιση προς όφελος των μετόχων, η οποία και δεν 

αποτελεί αντικείμενο της συγκεκριμένης ασφάλισης. 

Αξίζει να ειπωθεί σε σχέση με τα μέχρι τώρα αναφερθέντα, ότι εφόσον η διαχείριση 

έχει αναληφθεί από νομικό πρόσωπο (π.χ. το νομικό πρόσωπο, που είναι μέτοχος να 

είναι ταυτόχρονα και μέλος του ΔΣ ή στη περίπτωση που έχει συναφθεί σύμβαση 

management μεταξύ της εταιρίας και του νομικού προσώπου-δότη του management, 

που αναλαμβάνει τη διαχείριση, ως υποκατάστατο), η κάλυψη επεκτείνεται και στα 

187 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 78. 188 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 78. 189 Βλ. Γ. Τριανταφυλλάκης, σε 12ο Παν. Συνέδριο Εμπορικολόγων, σελ. 290. 

57 

φυσικά πρόσωπα που έχουν διοριστεί να εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο στις 

αντίστοιχες θέσεις190

Δ) Συχνά, όπως επισημαίνεται191 μπορεί να παρέχεται κάλυψη και προκειμένου για 

τη ζημία των συζύγων, κληρονόμων ή διαχειριστών κληρονομίας των ασφαλισμένων 

προσώπων, στην περίπτωση που εγείρονται εναντίον τους αξιώσεις για παραβάσεις 

των καθηκόντων από τα ασφαλισμένα πρόσωπα και εκ του νόμου είναι και η ατομική 

τους περιουσία υπέγγυα. 

Ε) Ζήτημα τίθεται και στη περίπτωση, που συμφωνείται και η κάλυψη των 

εξωτερικών διοικούντων, δηλαδή των προσώπων εκείνων που η εταιρία τοποθετεί 

στη διοίκηση άλλων εταιριών, περίπτωση συχνή στις ομιλοποιημένες ή στις 

τραπεζικές, στην περίπτωση που δεν συνάπτεται ένα ασφαλιστήριο με ρήτρα ομίλου 

(βλ. αναλυτικά κατωτέρω). Στα ελληνικά ασφαλιστήρια μάλιστα απαιτείται η θέση 

αυτή να έχει αναληφθεί μετά από έγγραφη πρόταση ή νόμιμη έγκριση της εταιρίας192

Τέλος ενδιαφέρον δημιουργεί και κατά πόσο από τους ανωτέρω ορισμούς 

καλύπτονται άνευ ετέρου και οι διευθύνοντες υπάλληλοι, οι οποίοι εκτελούν 

διευθυντικά καθήκοντα χωρίς να είναι υποκατάστατοι των μελών της διοίκησης: Ως 

«διευθυντές» νοούνται και οι υπάλληλοι της εταιρίας, που διευθύνουν ολόκληρη την 

επιχείρηση ή ένα κλάδο της και ανεξάρτητα από τον τίτλο που φέρουν. 

Επισημαίνεται193, πως στο ελληνικό δίκαιο εφόσον δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη για 

την κάλυψη της δεν μπορούν να θεωρηθούν όργανα της εταιρίας, ώστε να 

καλύπτονται. Κυρίαρχο κριτήριο στην ασφαλιστική πρακτική για το διαχωρισμό των 

καλυπτόμενων προσώπων είναι η εμπλοκή στη διαχείριση της εταιρίας ή το 

περιορισμένο των ενεργειών και καθηκόντων τους. Σε κάθε περίπτωση με κατάλληλη 

διαμόρφωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μπορεί να επεκταθεί η κάλυψη και σε 

αυτούς194

190 Η κάλυψη επεκτείνεται σ αυτά τα φυσικά πρόσωπα καθώς είναι εκπρόσωποι και ασκούν διοικητικά καθήκοντα, επομένως δε θα ισχύει το ίδιο και για τα φυσικά πρόσωπα των παραπάνω νομικών προσώπων, που λειτουργούν ως πληρεξούσιοι-αντιπρόσωποι. 191 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 77. 192 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 77. 193 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 78. 194 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 78 «Σύμφωνα, μάλιστα, με σχετική διατύπωση ορισμένων ελληνικών 

ασφαλιστηρίων, ως ασφαλισμένο πρόσωπο ορίζεται κάθε διευθυντικό στέλεχος και υπάλληλος τns 

εταιρίας, εφόσον η απαίτηση εγείρεται για άδικη πράξη που ο υπάλληλος τέλεσε ασκώντας 

58 

ΙΙΙ. Η ασφαλισμένη δραστηριότητα 

Α. οι ζημιογόνες πράξεις 

Όπως προαναφέραμε και στο κομμάτι περί ευθύνης (εσωτερικής και εξωτερικής) των 

διοικούντων, η αστική ευθύνη μπορεί να είναι αδικοπρακτική ή συμβατική195 ή 

ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, υποκειμενική ή αντικειμενική196. Βάση της 

κάλυψης, επομένως, αποτελεί η ζημιογόνος πράξη, που περιλαμβάνει κάθε πραγ- 

ματική ή τεκμαιρόμενη παραβίαση των καθηκόντων των μελών της διοίκησης έναντι 

της εταιρίας εφόσον παρέχεται η σχετική κάλυψη, καθώς και κάθε άδικη και ζη– 

μιογόνος έναντι των τρίτων πράξη ή παράλειψη, λάθος ή αμέλεια, πάντοτε κατά την 

εκτέλεση των καθηκόντων τους ως διοικούντων την ΑΕ και σε αιτιώδη συνάφεια με 

αυτά, αλλά και εκ μέρους της εταιρίας χωρίς την εξουσιοδότησή της. Η ανωτέρω 

κάλυψη εκτείνεται και καλύπτει κάθε ατομική ευθύνη διοικούντα, είτε αυτός ενάγεται 

από την εταιρία ως μέλος του οργάνου ατομικά, είτε ενάγεται εις εις ολόκληρον μαζί’ 

με τους λοιπούς, είτε από τρίτους αυτοτελώς ή αντίστοιχα από κοινού με άλλους ή 

μαζί με την εταιρία (ΑΚ 71 )197. Κατά το δεύτερος σκέλος, δηλαδή, όσον αφορά τις 

αξιώσεις των τρίτων, οι ζημιογόνες πράξεις αναφέρονται κατ’ αρχήν στην παράβαση 

ουσιαστικών κανόνων ιδιωτικού δικαίου, που επισύρουν την ευθύνη. Ως τέτοιοι 

νοούνται όλες αδικοπρακτικής ή οιονεί δικαιοπρακτικής φύσεως διατάξεις, που έχουν 

ως συνέπεια σε περίπτωση παράβασής τους την απαίτηση εξισορρόπησης της ζημίας 

των προσώπων που υπάγονται στον προστατευτικό τους πυρήνα. 

διευθυντικά καθήκοντα ή και εξουσία εκπροσώπησης και ένα ή περισσότερα διευθυντικά στελέχη 

είναι και παραμένουν συνεναγόμενοι με τον υπάλληλο». 

195 Βλ. Μιχάλης Π Σταθόπουλο, Γενικό ενοχικό δίκαιο, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, (&15), αδικοπρακτική είναι η ευθύνη που πηγάζει, δηλαδή, από το νόμο. Πρόκειται για πρωτογενή υποχρέωση αποζημίωσης λόγω παραβίασης διάταξης του νόμου. Αντίθετα, στην δεύτερη περίπτωση, βάση για τη γέννηση της ευθύνης αποτελεί μια ενοχική δικαιοπραξία (τις περισσότερες φορές σύμβαση), η οποία εξελίσσεται ανώμαλα. Έτσι, όταν η παροχή καθίσταται αδύνατη λόγω υπαιτιότητας του οφειλέτη, τότε αυτός υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή. 196 Υποκειμενική ευθύνη υπάρχει όταν απαιτείται υπαιτιότητα του ζημιώσαντος. Κρίνεται η ψυχική στάση του δράστη απέναντι στο αποτέλεσμα της πράξης (λ.χ. αδικοπραξία). Σε ορισμένες, όμως, εξαιρετικές περιπτώσεις η ευθύνη είναι αντικειμενική. Εξαρτάται, δηλαδή, αποκλειστικά από την επέλευση του αποτελέσματος, χωρίς να εξετάζεται η υπαιτιότητα του δράστη. 197 Βλ. Μ.Γ. Βαρελά ό.π. σελ. 80. 

59 

Σύμφωνα με την ανωτέρω διατύπωση καλύπτονται συνήθως οι παραβάσεις κανόνων 

του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου. Με βάση την τελολογία των κανόνων 

του ασφαλιστικού δικαίου και την ανάγκη διαφύλαξης της αποτρεπτικής λειτουργίας 

επιτακτικών ή απαγορευτικών κανόνων δημοσίου δικαίου, η κάλυψη μπορεί να 

επεκταθεί και στη ζημία που υφίστανται οι διοικούντες από την παράβαση διατάξεων 

δημοσίου δικαίου, στο μέτρο και στο βαθμό που η αποζημίωση, που επιβάλλεται από 

την παράβαση των σχετικών διατάξεων, έχει αποκαταστατικό της ζημίας χαρακτήρα 

και όχι κυρωτικό (π.χ. για τη μη καταβολή οφειλόμενων φόρων) . 

Β. Συνήθεις εξαιρέσεις 

Οι εξαιρέσεις που συνήθως εισάγονται στα ασφαλιστήρια της αστικής ευθύνης των 

μελών της διοίκησης χωρίζονται σε τρεις γενικές κατηγορίες, καθώς κατά πάγια 

πρακτική των ασφαλιστικών εταιριών εξαιρούνται καλύψεις, που αντιτίθεται στη δη- 

μόσια τάξη, καλύψεις, που υπάρχουν ήδη σε άλλα ασφαλιστήρια και καλύψεις, που 

εμπεριέχουν συνήθως πολύ μεγάλο κίνδυνο για τον ασφαλιστή ή δεν συνάδουν με 

τους κινδύνους της συνήθους εταιρικής διακυβέρνησης. 

Ειδικότερα, σύμφωνα με την πρώτη κατηγορία δεν αναλαμβάνεται κάλυψη για 

αθέμιτη και ανήθικη δραστηριότητα καθώς και για συμπεριφορές, που αντιτάσσονται 

ευθέως σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου. Για τον αυτό λόγο, δηλαδή λόγω 

αντίθεσης στη δημόσια τάξη και ανάγκης διαφύλαξης του κυρωτικού χαρακτήρα των 

σχετικών διατάξεων, δεν καλύπτεται η ποινική ευθύνη ή η ευθύνη, που επισύρει 

διοικητικές κυρώσεις, για λόγους ηθικής τάξης (λ.χ. εξαγοράς ποινής)198 και πολύ 

περισσότερο εξαιρείται η κάλυψη προστίμων και άλλων χρηματικών ποινών. 

Ωστόσο, όπως θα αναλυθεί και παρακάτω, εγκύρως συνομολογείται η κάλυψη των 

εξόδων (κάλυψη νομικής προστασίας), που προκαλούνται με τη συναίνεση του 

ασφαλιστή κατά την ποινική δίωξη του ασφαλισμένου. Εναλλακτικά ορισμένα 

ασφαλιστήρια καλύπτουν τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, μόνο εφόσον αποδειχθεί 

198 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 251. 

60 

ότι ο διοικητής είναι αθώος και σε αντίθετη περίπτωση η νομική προστασία 

αποσύρεται ή δεν παρέχεται199

Επιπλέον, εξαιρούνται παραβάσεις καθήκοντος, που οδήγησαν σε ζημία της λήπτριας 

της ασφάλισης και σε αντίστοιχο όφελος μιας άλλης εταιρίας του ομίλου και μέχρι το 

ύψος του οφέλους αυτού, ρύθμιση που απορρέει από την αρχή απαγόρευσης 

πλουτισμού του ασφαλισμένου και βασίζεται στη θεώρηση της ενιαίας οικονομικής 

ενότητας του ομίλου, εντός του οποίου ενεργούν τα ασφαλισμένα πρόσωπα. Με 

αντίστοιχες σκέψεις και κυρίως για την αποφυγή δόλιας πρόκλησης της ασφαλιστικής 

περίπτωσης, δεν καλύπτεται η ζημία του ασφαλισμένου από την απόλυση ή των 

απώλεια της θέσης του ως διοικητή200

Η δεύτερη κατηγορία εξαιρέσεων στόχο έχει την αποφυγή της ευθύνης του ασφα- 

λιστή για κάλυψη ζημιών από αξιώσεις που συνήθως επιβάλλεται ή συνηθίζεται να 

καλύπτονται από άλλα ασφαλιστήρια συμβόλαια, έτσι ώστε να μην υποκατασταθεί η 

ασφάλιση της αστικής ευθύνης των μελών της διοίκησης σε μία «ομπρέλα» κάλυψης 

κάθε περίπτωσης αστικής ευθύνης. Με τη βάση αυτή δεν καλύπτονται οι αξιώσεις, 

που πηγάζουν από ζημία του σώματος ή αγαθού, οι οποίες συνήθως καλύπτονται από 

την ασφάλιση της αστικής ευθύνης του εργοδότη ή παραγωγού201. Για τον ίδιο λόγο 

εξαιρείται και η κάλυψη της περιβαλλοντικής ζημίας εξαίρεση που ούτως ή άλλως θα 

μπορούσε να συναχθεί, καθώς επιφέρει συνήθως βλάβη σε σώμα/υγεία ή σε 

πράγματα, τα οποία και εξ ορισμού της ασφαλιστικής σύμβασης δεν καλύπτονται202 

(βλ. αναλυτικά κατωτέρω). Συνήθως εξαιρούνται αγωγές και αξιώσεις που αφορούν 

199 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 82, σε άλλες ευνοϊκότερες για τον ασφαλισμένο περιπτώσεις καλύπτονται και προκαταβάλλονται τα έξοδα παράστασης σε υποχρεωτική ποινική διαδικασία σε κάθε περίπτωση, εφόσον η σχετική αξίωση είναι εντός του ασφαλιστηρίου. 200 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 82. 201 Βλ. κατωτέρω στο κεφάλαιο περί ασφαλιστικής ζημίας, όπου επίσης αναφέρεται, ότι διάφορα ασφαλιστήρια εξαιρούν εξαιρούν ρητώς την ευθύνη των μελών της διοίκησης για δυσφήμηση του χαρακτήρα ή για προσβολή της προσωπικότητας τρίτων. 202 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 83 υποσημείωση 58, όπου αναφέρεται πως αν η λήπτρια της ασφάλισης αγοράσει ένα ακίνητο για να εγκαταστήσει εκεί μονάδα παραγωγής και αργότερα διαπιστώσει, ότι το έδαφος είναι μολυσμένο και πρέπει να καθαριστεί, η λήπτρια της ασφάλισης τόσο για την τιμή κτήσης του ακινήτου, όσο και για την αξία των εγκαταστάσεων έχει υποστεί μια περιουσιακή ζημία, η οποία δεν προέρχεται από την αντικειμενική υπόσταση του ακινήτου αλλά από την παράβαση των καθηκόντων του ΔΣ να διεξάγει μια επαρκή ανάλυση του εδάφους, οπότε και η εξαίρεση δεν ενεργοποιείται εν προκειμένω γιατί δεν πρόκειται για μια παρενέργεια του περιβάλλοντος κατά τη συνήθη έννοια της ρήτρας. 

61 

προηγούμενες ή εκκρεμείς διενέξεις ή που καλύπτονται ρητά από άλλα ασφαλιστήρια 

συμβόλαια203

Στην τρίτη κατηγορία αξιώσεων, ιδιαίτερο ενδιαφέρουν παρουσιάζουν οι αξιώσεις, 

που συνδέονται με την πτώχευση της εταιρίας, οι οποίες εξαιρούνται συνήθως. Η 

εξαίρεση αυτή αναφέρεται στην κάλυψη των περιουσιακών ζημιών που συνδέονται 

με την πτώχευση της εταιρίας και απορρέουν από αυτές, οπότε κατ’ αρχήν στο 

πλαίσιό της υπόκεινται και οι αξιώσεις τρίτων από την παρέλκυση της πτώχευσης ή 

την πρόκληση αυτής. Στις περιπτώσεις, μάλιστα, πτώχευσης της εταιρίας, ως 

λήπτριας της ασφάλισης, οι ασφαλιστικές εταιρίες αρκετά συχνά ενεργοποιούν το 

δικαίωμα τους για καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης με βάση το άρθρο 8 παρ. 

4 εδαφ. 3 του Ν 2496/1997 ή σχετική συμβατική πρόβλεψη. Σημειωτέον, ότι στους 

γενικούς όρους των ασφαλιστηρίων η πτώχευση, η παύση των πληρωμών, η 

αναγκαστική διαχείριση, η παντός είδους εκκαθάριση, καθώς και η θέση υπό 

επιτροπεία στο πλαίσιο συμφωνίας με τους πιστωτές του λήπτη της ασφάλισης 

ορίζονται ως περιπτώσεις αλλαγής του ελέγχου, οπότε και κατηγοριοποιούνται ρητώς 

περιστάσεις, που επιτείνουν τον ασφαλιστικό κίνδυνο. Στις περιπτώσεις αυτές, 

σύμφωνα με τη σχετική συμβατική διατύπωση καλύπτονται απαιτήσεις που 

εγείρονται για άδικες πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα πριν από την ημερομηνία 

γνωστοποίησή της αλλαγής ελέγχου και συνεπώς πριν από την ημερομηνία που 

λαμβάνουν χώρα τα σχετικά περιστατικά204. Σε άλλα ασφαλιστήρια συνομολογείται, 

ότι εφόσον ανοιχθεί διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της λήπτριας της ασφάλισης η 

κάλυψη περιορίζεται συμβατικά μόνο στις παραβάσεις καθήκοντος, που χρονικά 

έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη της διαδικασίας αυτής, ενώ μπορεί και σε αυτές τις 

περιπτώσεις να δίνεται μια πρόσθετη προθεσμίας αναγγελίας και να καλύπτονται οι 

πράξεις, που θα αναγγελθούν στην περίοδο αυτή και μετά την έναρξη των 

διαδικασιών αφερεγγυότητας, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται κατωτέρω για την 

χρονική διάρκεια των ασφαλιστηρίων. Η διατύπωση ποικίλει και άλλοτε καλύπτονται 

οι πράξεις μέχρι την έναρξη της διαδικασίας και άλλοτε μέχρι την υποβολή της 

αίτησης. Η σχετική συμβατική διαμόρφωση έχει καίρια σημασία τόσο για το χρονικό 

ισχύος της κάλυψης, όσο και κυρίως για τις πράξεις, που καταλαμβάνονται από αυτή. 

203 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 83. 204 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 84. 

62 

Η σχετική προβληματική όσον αφορά τη διατύπωση των ρητρών για τη (χρονική) 

έκταση της κάλυψης έχει ιδιαίτερη αξία μετά την εισαγωγή του άρθρου 98 στον 

πτωχευτικό κώδικα, το οποίο αποτυπώνει την ευθύνη των διοικούντων 

κεφαλαιουχικών εταιριών για την υπαίτια πρόκληση και την υπαίτια παρέλκυση της 

πτώχευσης έναντι των εταιρικών πιστωτών αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την 

εσωτερική ή άλλως έναντι της εταιρίας ευθύνης τους. Σημειωτέον, ότι στην 

πρόκληση της πτώχευσης οι διοικητές ευθύνονται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια, 

ενώ στην περίπτωση παρέλκυσης της πτώχευσης η ευθύνη καλύπτει και την ελαφρά 

αμέλεια205. Η ευθύνη αυτή, στο μέτρο και στο βαθμό που έχει προκληθεί ζημία στους 

πτωχευτικούς πιστωτές και οι οποίοι μέσω του συνδίκου την αναζητούν από τους 

διοικούντες, μπορεί και’ αρχήν να καλυφθεί από την εν λόγω ασφάλιση τόσο γιατί τo 

εν λόγω άρθρο γεννά γνήσια νομοθετική βάση αστικής των διοικούντων ευθύνης 

έναντι τρίτων, όσο και γιατί ως νομοθετική βάση αναφέρεται και αφορά και τους εξ 

αδικοπραξίας πιστωτές της εταιρίας, οι οποίοι και είναι οι κατεξοχήν 

προστατευόμενοι από την οικεία ασφάλιση206. Σημειωτέον, ότι όσον αφορά την 

υποχρέωση μη παρέλκυσης της πτώχευσης, εφόσον έχει διαπιστωθεί η πτωχευτική 

ωριμότητα και παρ’ όλα αυτά η διοίκηση της εταιρίας παραιτείται και αμελεί την 

δήλωση παύσης των πληρωμών πέραν του 15νθημέρου, που ορίζεται στο άρθρο 5 

παρ.2 ΠτΚ, υπάρχει δόλος207, οπότε και η σχετική ενέργεια θα παραμένει εξ ορισμού 

εκτός κάλυψης. Σημαντική, επίσης, στη διαπίστωση του αν και κατά πόσο 

καλύπτονται οι σχετικές αξιώσεις θα είναι τυχόν χρήση της εξαίρεσης των αξιώσεων 

που εγείρονται από το σύνδικο της πτώχευσης, όρος, που ωστόσο θα θέτει και ζήτημα 

ερμηνείας της σχετικής ρήτρας, δηλαδή αν και κατά πόσο εξαιρούνται μόνο οι 

εταιρικές αξιώσεις ή και οι αξιώσεις του άρθρου 98 παρ.3208 ν. ΠτΚ., οι οποίες 

παραμένουν ατομικές των πιστωτών αξιώσεις, ενεργοποιούνται, ωστόσο, από το 

σύνδικο ως μη δικαιούχο διάδικο209

205 Βλ. Ν..Ρόκα, ΕΕμπΔ 2008, σελ.5. 206 Βλ. Λ. Κοτσίρης , Πτωχευτικό δίκαιο, έκδοση7η, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, σελ.126 207 Βλ. Σωτηρόπουλο, Η ευθύνη των διοικητών των κεφαλαιουχικών εταιριών για παρέλκυση της πτώχευσης, ΔΕΕ 2008, σελ. 503. 208 Άρθρο 98 παρ. 3 «Η ευθύνη στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων είναι εις ολόκληρον. Οι σχετικές απαιτήσεις των εταιρικών δανειστών ασκούνται μόνο από τον σύνδικο». 

209 Βλ. Ν..Ρόκα, ΕΕμπΔ 2008, σελ.18. 

63 

Εκτός του πτωχευτικού δικαίου και πάντοτε με βάση την ίδια τελολογία των 

εξαιρέσεων της τρίτης αυτής ενότητας δηλαδή του αποκλεισμού πράξεων που 

εμπεριέχουν μεγάλο κίνδυνο, εξαιρούνται συνήθως στα ασφαλιστήρια αστικής 

ευθύνης των μελών της διοίκησης οι ζημίες, που συνδέονται με τους 

μετασχηματισμούς των εταιριών. Σε περίπτωση συγχώνευσης ή εξαγοράς της 

λήπτριας της ασφάλισης συμφωνείται εναλλακτικά κάλυψη για τις παραβάσεις του 

καθήκοντος μέχρι το χρονικό σημείο αυτό, δηλαδή της εξαγοράς ή της 

συγχώνευσης210

Γ. Η εξαίρεση των δόλιων ενεργειών 

Από το συνδυασμό των άρθρων 7 παρ.5, σε συνδυασμό με τη διάταξη 25 εδαφ. β του 

Ν 2496/1997 στην ασφάλιση της γενικής αστικής ευθύνης δεν καλύπτονται οι 

περιπτώσεις δόλιας πρόκλησης ασφαλιστικής περίπτωσης, ενώ δεν μπορεί να 

εξαιρεθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αμελείας οιουδήποτε βαθμού. Προκειμένου για 

το δόλο δεν διευκρινίζεται, ούτε αποκλείεται κάποια συγκεκριμένη μορφή του, οπότε 

και εννοείται και αντίστοιχα εξαιρείται κάθε βαθμός δόλου211. Σε περίπτωση δόλιων 

ενεργειών ο ασφαλιστής δεν καταβάλλει το ασφάλισμα, ενώ αν το παράσχει χωρίς να 

ευθύνεται έχει αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του ασφαλισμένου. 

Συνήθως, μάλιστα, συμφωνείται το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του 

ασφαλισμένου, σε περίπτωση που διαπιστωθεί η δόλια παράβαση των νομίμων 

καθηκόντων του. 

Δ. ειδικές ρήτρες εξαιρέσεων 

Στη κατηγορία αυτή ανήκουν εξαιρέσεις, οι οποίες εμπεριέχονται στα ασφαλιστήρια 

συμβόλαια, με τη συνομολόγηση σχετικών ρητρών, η χρήση των οποίων είναι 

210 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 87. 211Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ 

Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 199 και Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 91, που επισημαίνει, στην περίπτωση 

δόλιας πρόκλησης της ασφαλιστικής περίπτωσης η ανάληψη των δικαστικών εξόδων άμυνας δεν 

περιβάλλεται με την ίδια αυστηρότητα και είναι δυνατόν συμβατικά αυτά να καλύπτοντα. 

64 

ιδιαίτερα διαδεδομένη στις ΗΠΑ και στην Αγγλία. Στο εν λόγω ζήτημα θα 

αναφερθούμε συνοπτικά και περιεκτικά, απλώς και μόνο για μία ενημέρωση περί του 

περιεχομένου τους212

1.Ρήτρα ομίλου 

Ιδιαίτερα συχνή είναι η κάλυψη του συνόλου των διοικούντων ενός ομίλου με 

λήπτρια της ασφάλισης την κορυφή του ομίλου ή μία εταιρία, που επιλέγεται να 

φέρει το σχετικό κόστος ή μία εταιρία που δημιουργείται ειδικά για το σκοπό αυτό. Η 

σύναψη ασφάλισης για το σύνολο των εταιριών του ομίλου, επιτρέπει την ενιαία 

διαπίστωση και μεταχείριση του ασφαλιστικού κινδύνου, έναν απλό υπολογισμό των 

ασφαλίστρων, ενώ προκαλεί για τον όμιλο συνολικά λιγότερα έξοδα. 

  1. Η ρήτρα περί ιδίας συμμετοχής των ασφαλισμένων 

Η ρήτρα περί ιδίας συμμετοχής των ασφαλισμένων αναφέρεται στην ανάληψη από 

αυτούς ενός τμήματος της αποζημίωσης, που καταβάλλεται, το οποίο ορίζεται είτε σε 

ένα ορισμένο ποσό πάνω από το οποίο ευθύνεται ο ασφαλιστής είτε σε ορισμένο 

ποσοστό γενικά ή ανά ασφαλιστική περίπτωση. Εναλλακτικά μπορεί να υπάρχει ένας 

συνδυασμός ποσών, το ένα να αφορά κάθε διοικούντα και το άλλο το σύνολο των 

διοικούντων για μία αγωγή, οπότε και τίθεται ένα ανώτατο ποσό. Η ίδια συμμετοχή 

περιλαμβάνει και προσμετράται και για στα δικαστικά έξοδα, ωστόσο υπάρχουν 

ασφαλιστήρια πλέον που η ρήτρα εκτείνεται μόνο στην έννοια της ασφαλιστικής 

αποζημίωσης τμήμα της οποίας αναλογικά φέρουν οι ασφαλισμένοι. 

  1. Ασφαλισμένος κατά ασφαλισμένου 

Συνήθης ρήτρα εξαίρεσης στις συγκεκριμένες ασφαλίσεις είναι η μη κάλυψη των 

αξιώσεων που εγείρει ασφαλισμένος κατά ασφαλισμένου, είτε ευθέως είτε 

αναγωγικά. Ο αποκλεισμός της αξίωσης ασφαλισμένου κατά ασφαλισμένου θέλει να 

αποτρέψει τη δημιουργία κατάστασή σύγκρουσή συμφερόντων και την άντληση 

πλουτισμού. Η εξαίρεση, συνήθως, ισχύει και για τις αξιώσεις, που εγείρονται από 

πρώην διοικητές σύμφωνα με τη σχετική διατύπωση του όρου, ενώ σε άλλες 

περιπτώσεις έχει κριθεί ότι κρίσιμος χρόνος για τη διαπίστωση της έννοιας του 

212 Για το θέμα αυτό βλέπε αναλυτικά Μ.Γ.βαρελά ό.π. σελ. 92-105. 

65 

ασφαλισμένου είναι ο χρόνος διάπραξης της ζημιογόνας πράξης και όχι ο χρόνος 

έγερσης της αποζημίωσης. 

  1. Η κάλυψη της αλυσιδωτής ζημίας 

Μία ειδική ρήτρα, συνήθη στα ασφαλιστήρια αστικής ευθύνης για λόγους 

περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, είναι η ρήτρα περί αλυσιδωτής ζημίας η 

οποία στην ελληνική αποδίδεται και ως ρήτρα σειριακής ζημίας. Στα ελληνικά ασφα- 

λιστήρια συνομολογείται, ότι περισσότερες απαιτήσεις που εγείρονται με βάση την 

ίδια άδικη πράξη για το σκοπό του ασφαλιστηρίου θα λογίζονται ως μια και μόνη 

απαίτηση. Ειδικότερα και προκειμένου για την ασφάλιση της αστικής ευθύνης των 

μελών της διοίκησης σύμφωνα με τους χρησιμοποιούμενους συμβατικούς όρους ως 

μία ασφαλιστική περίπτωση θεωρούνται όλες οι αξιώσεις, που εγείρονται από έναν ή 

περισσότερους τρίτους, επ’ αφορμή της παράβασης ενός και του αυτού 

διαχειριστικού καθήκοντος από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή επί τη βάσει 

περισσότερων παραβιάσεων καθηκόντων, τις οποίες έκαναν ένα ή περισσότερα 

ασφαλισμένα πρόσωπα, εφόσον αυτές οι παραβάσεις μπορούν να αποδοθούν στην 

ίδια αντικειμενική συμπεριφορά και βρίσκονται μεταξύ τους σε νομική, οικονομική ή 

χρονική συνάφεια. 

  1. Χρονική διάρκεια της κάλυψης: 

Το κρίσιμο επομένως είναι η διάρκεια της κάλυψης, η οποία μπορεί να έχει άλλοτε 

ορισμένη και άλλοτε αόριστη χρονική διάρκεια, ενώ αποτελεί και ένα από τα 

υποχρεωτικά στοιχεία, που πρέπει να περιέχονται κατ άρθρο 2 παρ. 2 Ασφ.Ν. στην 

ασφαλιστική σύμβαση και στο ασφαλιστήριο (2 παρ. 3 Ασφ.Ν)213

Τα ασφαλιστήρια της αστικής ευθύνης των μελών της διοίκησης είναι συνήθως 

ετήσια και μπορούν να ανανεωθούν με ρητή συμφωνία λίγο πριν από τη λήξη της 

ασφαλιστικής σύμβασης, όχι όμως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους 

(άρθρο 8 πρ. 1 εδ. 2 Ασφ.Ν.)214. Σε κάθε ανανέωση τους ανακύπτει εκ νέου το 

καθήκον προσυμβατικής αναγγελίας. Συχνά, βέβαια, ορίζονται και ως αυτόματα 

213 Βλ. Χατζινικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 153. 214 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 105. 

66 

ανανεώσιμα, με ρήτρα, ότι η σύμβαση θα παρατείνεται για ένα χρόνο μετά τη λήξη, 

με τους ίδιους όρους, εκτός αν έχει καταγγελθεί η σύμβαση μέσα σε μια ορισμένη 

προθεσμία προ της λήξεως της ισχύος αυτής. Η παράταση ή ανανέωση προϋποθέτει 

την έκδοση νέου ασφαλιστηρίου, που έχει συνήθως τον τύπο ενός πιστοποιητικού 

παράτασης ή βεβαίωσης ανανέωσης, η οποία έχει απλώς αποδεικτικό χαρακτήρα. 

Αυτό περιέχει τα στοιχεία της ασφάλισης και γίνεται μνεία, ότι ισχύουν οι ίδιοι 

ασφαλιστικοί όροι, οι οποίοι βρίσκονται στη διάθεση του ασφαλισμένου215. Σε 

περίπτωση έλλειψης ρητής συμφωνίας έχει κριθεί οτι ενα ανανεωτήριο ασφαλιστήριο 

με διαφορετικούς όρους είναι μια διαφορετική ασφάλιση και δεν συνιστά ανανέωση. 

Αναφορικά με την διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης είναι επιβεβλημένο να 

ξεκαθαρίσουμε ποιές αξιώσεις του τρίτου κατά του ασφαλισμένου θα είναι δυνατόν 

να καλυφθούν από τον ασφαλιστή, ιδίως σε περιπτώσεις ύπαρξης ορισμένων ρητρών, 

που συμπεριλαμβάνονται τα τελευταία χρόνια στα ασφαλιστικά συμβόλαια. 

Με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης216 κατ άρθρο 7 παρ. 1 του Ασφ.Ν. 

«Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός οκτώ (8) ημερών από τότε που έλαβε 

γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή». Η 

ασφάλιση επομένως θα καλύπτει τις αξιώσεις κατά του ασφαλισμένου, που 

προβλήθηκαν (δικαστικώς ή εξωδίκως) από τον ζημιωθέντα τρίτο στον ασφαλισμένο 

(σε σημείο ίσως και μετά τη λήξη της σύμβασης) και ανακοινώθηκαν κατ’ άρθρο 7 

παρ. 1 εδ. 1, από τον τελευταίο στον ασφαλιστή. Εφόσον δεν υπάρχουν κάποιες 

συγκεκριμένες ρήτρες στην ασφαλιστική σύμβαση θα πρέπει ο ασφαλισμένος 

κίνδυνος (το ζημιογόνο γεγονός) να επήλθε κατά τη συμβατική διάρκεια της 

ασφάλισης217

Βέβαια πέρα από το γενικό αυτό κανόνα, τα μέρη με βάση και την αρχή της 

ελευθερίας των συμβάσεων μπορούν να συμφωνήσουν διαφόρως. Το σύνηθες 

μάλιστα είναι τα μέρη συμφωνούν διάφορες ρήτρες στα ασφαλιστήρια συμβόλαια. 

Ιδιαιτέρως στα ασφαλιστήρια συμβόλαια της αστικής ευθύνης των μελών της 

διοίκησή ΑΕ κατά τη συνήθη πρακτική συμφωνείται η ρήτρα «claims made policy» 

215 Βλ. Χατζινικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 156. 216 Το εν λόγω ζήτημα της ασφαλιστικής περίπτωσης, η έννοια του ασφαλιζόμενου κίνδυνου, θα αναλυθούν κατώτερο. 217 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση 2014, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-θεσσαλονίκη, σελ. 257.. 

67 

(ρήτρα, αγγλοσαξωνικής προέλευσης), που προσδίδει στο ασφαλιστήριο τον τύπο 

«αξιώσεις που θα προβληθούν. 

Όπως προαναφέρθηκε η ουσιαστική διάρκεια της ασφάλισης είναι το χρονικό 

διάστημα του μεταξύ της ουσιαστικής έναρξης και ουσιαστικής λήξης. Όμως, επειδή 

είναι σύνηθες στις ασφαλίσεις αστικής ευθύνης η αξίωση του τρίτου ζημιωθέντος να 

ασκείται κατά του ασφαλισμένου και μετά τη λήξη της ουσιαστικής διάρκειας της 

ασφάλισης (αυτό καθώς η πραγματοποίηση του ζημιογόνου γεγονότος μπορεί να μην 

ταυτίζεται με χρονικά με την επέλευση της οικονομικής ζημίας) με αποτέλεσμα την 

αβεβαιότητα του ασφαλιστή στους οικονομικούς και επιχειρησιακούς του 

προγραμματισμούς, τίθεται μερικές φορές ρήτρα στα ασφαλιστήρια, η οποία 

προβλέπει, ότι η διάρκεια ευθύνης του ασφαλιστή λήγει μαζί με τη λήξη της 

ουσιαστικής διάρκειας της ασφάλισης218, δηλαδή με τη ρήτρα αυτή καλύπτονται 

αξιώσεις αστικής ευθύνης από ζημιογόνες πράξεις ή παραλείψεις του ασφαλισμένου, 

που έγιναν κατά τη διάρκεια της συμβατικής ισχύος της σύμβασης219 (ουσιαστική 

διάρκεια), που καθοιονδήποτε τρόπο προβλήθηκαν220 (από τον ζημιωθέντα τρίτο) 

επίσης κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής συμβάσεως (μέχρι την ουσιαστική λήξη) 

και αναγγέλθηκαν (από τον ασφαλιζόμενο) στον ασφαλιστή εντός και πάλι της 

συμβατικής περιόδου ευθύνης221 222. Η αναγγελία βέβαια αυτή, ως προϋπόθεση για 

την ασφαλιστική κάλυψη, δεν είναι το περιγραφόμενο ασφαλιστικό βάρος της 

αναγγελίας της επέλευσης της ζημίας του άρθρου 7 παρ. 1 Α.σφ.Ν (θεωρητικά με την 

αναγγελία αυτή, ο ασφαλισμένος αναγγέλλει, ταυτόχρονα και την επέλευση της 

ασφαλιστικής περίπτωσης), εντούτοις διαφέρει από το ασφαλιστικό βάρος του 

218 Βλ. ΕφΠειρ 1208/2005, ΕΕμπΔ 2006, σελ. 72. 219 Αυτό δεν είναι απαραίτητο καθώς άλλοι ασφαλιστές αρκούνται μόνο στην τυπική διατύπωση της ρήτρας αυτής, για έγερση και αναγγελία αξιώσεων κατά τη διάρκεια του ασφαλιστηρίου, και δεν απαιτούν παράλληλα και η ίδια παράβαση του καθήκοντος ή του νόμου να έχει λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ.122. 220 Βλ. ΕφΠειρ 1208/2005, ΕΕμπΔ 2006, σελ. 76, η τάση σε περίπτωση τέτοιων ειδών ασφαλιστηρίων, με ρήτρα “claims made policy”, είναι να τίθεται ως αποκλειστική προϋπόθεση η δικαστική προβολή αξιώσεων και όχι εξώδικη, όπου είναι ο γενικός κανόνας. 221 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 253, επίσης την υπ’ αριθμ 1026/2008 απόφαση του Α.Π., ΕΕμπ.Δ. 2008, σελ. 587 επ. καθώς και τις σχετικές παρατηρήσεις από Ι.Ρόκα επ’ αυτής. 222Βλ. ΕφΠειρ 1208/2005, ΕΕμπΔ 2006, στις σχετικές παρατηρήσεις Ι.Ρόκα επ’ αυτής, σελ. 77, αναφέροντας πως έχει υποστηριχθεί, ότι μια τέτοια ρήτρα είναι “ανήθικη”, με την έννοια ότι πλήττονται υπέρμετρα τα συμφέροντα του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης, όταν προβλέπεται ότι η ευθύνη του ασφαλιστή θα τελειώσει με τη λήξη της ουσιαστικής ισχύος της σύμβασης. Είναι ασφαλέστερο, λοιπόν, σε περίπτωση συμφωνίας μιας τέτοιας ρήτρας, να προβλέπεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της σύμβασης, κατά το οποίο ο ασφαλιστής θα ευθύνεται για τις τυχόν προβαλλόμενες αξιώσεις από τρίτους. 

68 

άρθρου 7 παρ. 1 Α.σφ.Ν, καθώς η παράβαση του τελευταίου δεν επιφέρει απαλλαγή 

από την ασφαλιστική περίπτωση (μόνο αποζημίωση του ασφαλιστή για τυχόν ζημίες 

του) άρα και των αξιώσεων του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, οι οποίες έχουν 

γεννηθεί ήδη με την έγερση των αξιώσεων του τρίτου ζημιωθέντα προς τον 

ασφαλισμένο και ανεξάρτητα από τη τήρηση της αναγγελίας του άρθρου 7 παρ.1, ενώ 

η μη αναγγελία στη περίπτωση της ρήτρας claims, ιδίως αν γίνει εκπροθέσμως, δεν 

ενεργοποιεί καν την ασφαλιστική κάλυψη (στις ρήτρες αυτές η αναγγελία αποτελεί 

απαραίτητη προϋπόθεση)223

Το χαρακτήρα της ως άνω ρήτρας μετριάζει η παραλλαγή, που παρατηρείται 

ιδιαίτερα στην αγγλοσαξονική πρακτική, κατά την οποία προβλέπεται η ασφαλιστική 

κάλυψη ακόμη και όταν δεν προβλήθηκε απαίτηση του τρίτου κατά του 

ασφαλισμένου μέχρι τη λήξη της ουσιαστικής διάρκειας του ασφαλιστηρίου, αρκεί 

εντός αυτής της περιόδου ο ασφαλισμένος να ειδοποίησε τον ασφαλιστή σχετικά με 

το περιστατικό, που θα μπορούσε να δώσει βάση για αξίωση τρίτου κατ αυτού στο 

μέλλον (notice of circumstances). Η υποχρέωση αυτή του ασφαλισμένου δεν συνιστά 

επιπλέον ασφαλιστικό βάρος (ούτως ή άλλως, οι περιστάσεις, που επιτείνουν 

σημαντικά τον ασφαλιστικό κίνδυνο, πρέπει έτσι και αλλιώς να αναγγελθούν 

σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν 2496/1997), αλλά όρο γέννησης της απαίτησης του για 

αποζημίωση (εννοείται, πως και εδώ η ειδοποίηση του ασφαλισμένου διαφέρει από 

τη γνωστοποίηση της ασφαλιστικής περίπτωσης κατ’ άρθρο 7 παρ.1 του Ν 

2496/1997, καθώς οι αξιώσεις του τρίτου πιθανολογούνται, ότι θα ασκηθούν)224. Με 

τη ρήτρα αυτή, εφόσον ο ασφαλισμένος αναγγείλει εντός του χρόνου διάρκειας του 

ασφαλιστηρίου γεγονότα τα οποία μπορούν εύλογα ή κατά τη συνήθη διατύπωση 

είναι ικανά και πρόσφορα να οδηγήσουν σε έγερση αξιώσεων τρίτων εναντίον του, 

τότε τα γεγονότα αυτά καλύπτονται από την ασφάλιση, ακόμη και αν εγερθούν οι 

σχετικές αγωγές σε χρόνο εκτός της τυπικής διάρκειας της ασφάλισης. Οι 

περιστάσεις, που μπορούν να οδηγήσουν στην έγερση αξίωσης κρίνονται 

αντικειμενικά. Σε περίπτωση ειδοποίησης για κάθε σχετικό περιστατικό πρέπει να 

αναφέρεται συγκεκριμένη πράξη, ενώ η γενική αναφορά σε κακοδιαχείριση δεν 

223 Βλ. ΕφΠειρ 1208/2005, ΕΕμπΔ 2006, σελ. 72. 224 Βλ. ΕφΠειρ 151/2006, ΠειρΝ 2007, σελ. 76 και Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 109. 

69 

αρκεί. Ταυτόχρονα, η ειδοποίηση του ασφαλισμένου πρέπει να είναι ξεκάθαρη και να 

μη χρήζει ερμηνείας225

Εννοείται και εδώ, όπως θα δούμε και σε παρακάτω κεφάλαια, εντάσσεται η 

γενικότερη εξαίρεση του άρθρου 7 παρ. 5 για την από πρόθεση πρόκληση της 

ασφαλιστικής περίπτωσης, με συνέπεια τη μη παροχή ασφαλιστικής κάλυψης. 

Ειδικότερα μια ρήτρα, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η Loss 

Notification Option (LNO), σύμφωνα με την οποία ο ασφαλισμένος καλύπτεται για 

ζημιά που συνέβη κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και ο πρώτος 

ζημιωθείς πελάτης του ασφαλισμένου προέβαλε την αξίωσή του εντός της περιόδου 

αυτής, έστω και αν οι υπόλοιποι ζημιωθέντες από το ίδιο γεγονός προέβαλαν τις 

αξιώσεις τους μετά τη λήξη της περιόδου και για διάστημα 10 ετών18226

Αντίστροφα και με ιδιαίτερη συμφωνία των μερών μπορεί να συμφωνηθεί και 

αναδρομική ασφάλιση η οποία μάλιστα προβλέπεται και από τον ίδιο το νόμο 

2496/1997: η αναδρομική ασφάλιση, η οποία ρυθμίζεται στο άρθρο 5 παρ. 2 ν. 

2496/1997, είναι μια μορφή ασφάλισης, όπου η ουσιαστική και τεχνική έναρξη, με 

συμφωνία των μερών, προηγούνται της τυπικής. Π.χ. συμφωνείται στις 9 Νοεμβρίου 

η κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, στην οποία η ουσιαστική και τεχνική 

έναρξη έχει ήδη αρχίσει από 5 Νοεμβρίου227. Έτσι λοιπόν και στη περίπτωση, που 

εξετάζουμε στη παρούσα εργασία με ιδιαίτερη συμφωνία μπορεί να επεκταθεί η 

κάλυψη σε ασφαλιστικές περιπτώσεις, που συνίστανται στην έγερση αξιώσεων κατά 

τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά εξαιτίας παραβάσεων καθήκοντος, 

που έλαβαν χώρα πριν από τη σύναψη της ασφάλισης, με την εξαίρεση, όμως, που 

απαιτεί το άρθρο 5 παρ. 2, δηλαδή ασφαλιστής και λήπτης ή ασφαλισμένος να μην 

έχουν γνώση της τυπικής πραγματοποίησης του κινδύνου228 παράλληλα, βέβαια με 

όσα προαναφέρθηκαν σχετικά με την παράβαση του καθήκοντος προσυμβατικής 

αναγγελίας από μέρους του ασφαλισμένου, της λήπτριας της ασφάλισης (ή της 

θυγατρικής της)229

225 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 109. 226 Βλ. την υπ’ αριθμ 1208/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, Ε.Εμπ.Δ., 2006, σελ. 72 επ. καθώς και τις σχετικές παρατηρήσεις από Ι.Ρόκα επ’ αυτής. 227 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, ό.π. σελ. 155. 228 Βλ. ΑΠ 47/2005, ΔΕΕ 2006, σελ. 183, ΑΠ 1486/2005, ΝΟΒ 2006, σελ. 393. 229 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 106. 

70 

Όπως επισημαίνεται230, η περίοδος αυτής της αναδρομικής ασφάλισης εκτείνεται από 

ένα έως τρία χρόνια ή είναι απεριόριστη, γεγονός ωστόσο που δημιουργεί για τον 

ασφαλιστή πρόβλημα εκτίμησης του κίνδυνου. Για το λόγο αυτό συνάπτεται συνήθως 

αυτοτελής σύμβαση με ίδιο ασφαλιστικό ποσό, που αντιστοιχεί συνήθως σε ποσοστό 

ή μέρος του συνολικού ασφαλιστικού ποσού231

Στον αντίποδα ακριβώς βρίσκονται τα ασφαλιστήρια, τα οποία περιέχουν τη ρήτρα 

«occurrence based policy ή loss occurrence policies», δηλαδή κάλυψη των 

περιστατικών ή ζημιών που θα συμβούν. Στην περίπτωση αυτή καλύπτονται οι 

αξιώσεις που βασίζονται σε περιστατικά ή αιτίες τα οποία έλαβαν χώρα στη διάρκεια 

της ασφαλιστικής σύμβασης, ανεξάρτητα του πότε προβλήθηκαν οι σχετικές αξιώσεις 

του τρίτου κατά του ασφαλισμένου, ο οποίος στη συνέχεια τις γνωστοποίησε στον 

ασφαλιστή. Ειδικότερα η λήπτρια έχει τη δυνατότητα να συμφωνήσει έναν πρόσθετο 

χρόνο κάλυψης232, καλύπτοντας τις αξιώσεις που αναγγέλλονται κατά τη διάρκεια της 

πρόσθετης αυτής περιόδου και που οφείλονται σε παραβάσεις καθήκοντος που 

έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του ασφαλιστηρίου συμβολαίου233. Η προθεσμία για 

την ενεργοποίηση του σχετικού δικαιώματος ποικίλει από έναν έως τρεις μήνες, εντός 

του οποίου πρέπει να πληρωθεί και το πρόσθετο ποσό που έχει συμφωνηθεί 

(ασφάλιστρα) και να υποβληθεί εγγράφως σχετική αίτηση. Στην περίοδο της 

πρόσθετης προθεσμίας αναγγελίας θα ισχύει το μέρος εκείνο του ασφαλιστικού 

ποσού που δεν έχει αναλωθεί κατά το τελευταίο έτος, καθώς δεν συμφωνείται 

πρόσθετο ασφαλιστικό ποσό234. Ωστόσο, η ανωτέρω χρονική επέκταση της 

σύμβασης, αποκλείεται, όταν η λήξη του συμβολαίου είναι αποτέλεσμα παραβάσεων 

καθήκοντος από τους ασφαλισμένους ή τη λήπτρια της ασφάλισης. Επίσης η 

230 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 106. 231Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 107, στη συγκεκριμένη μορφή αναδρομικής ασφάλισης, ανασταλτικό στοιχείο αποτελεί για τον ασφαλιστή το γεγονός, ότι ο ασφαλιστής είναι, που πρέπει να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναδρομική κάλυψη και μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιήσει εσωτερικά έγγραφα που αποδεικνύουν θετική γνώση των ασφαλισμένων 232Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 107, όπου παραθέτει μία σειρά παραδειγμάτων από την διεθνή ασφαλιστική πρακτική. χαρακτηριστικά επισημαίνεται πως ο πρόσθετος χρόνος εκτείνεται στα δύο χρόνια μετά τη λήξη του συμβολαίου ή αντιστοιχεί στο χρόνο της παραγραφής, για την περίπτωση που η ασφαλίστρια εταιρία δεν ανανεώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή δεν το επεκτείνει υπό τους ίδιους όρους. Εναλλακτικά υπάρχει και η δυνατότητα συνομολόγησης ενός συνεχώς αυξανόμενου διαστήματος μετασυμβατικής κάλυψης, ανάλογο με τον αριθμό των ανανεώσεων που συνάπτονται. 233 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 108, εφόσον τούτο συμφωνηθεί ειδικά, οι παραβάσεις μπορούν να φορούν και κατά τη διάρκεια της αναδρομικής ασφάλισης, οπότε όμως και θα εξαιρούνται παραβάσεις καθήκοντος, που έλαβαν χώρα στην πρόσθετη περίοδο αναγγελίας. 234 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 107 με παράθεση ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας. 

71 

περίοδος της πρόσθετης κάλυψης δεν ισχύει επί καταγγελίας της σύμβασης ή σε 

περίπτωση που συναφθεί νέα είτε με τον ίδιο ασφαλιστή ως ανανέωση, είτε με άλλο, 

γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ένα κενό κάλυψης, καθώς το νέο ασφαλιστήριο θα 

εξαιρεί αντίστοιχα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, παραβάσεις που ήταν 

γνωστές σε χρόνο πριν από τη σύναψή του. 

ό δίκαιο, γενικώς, ο όρος κίνδυνος είναι η δυνατότητα να ανακύψει 

ορισμένη οικονομική ανάγκη προς την οποία είναι συνδεδεμένη η υποχρέωση του 

ασφαλιστή προς παροχή (ασφάλισμα)235

Ιδιαίτερα, στο συγκεκριμένο είδος ασφάλισης (ασφάλιση αστικής ευθύνης, που 

αποτελεί και ασφάλιση παθητικού) ασφαλιστικός κίνδυνος είναι η δυνατότητα 

δημιουργίας παθητικών στοιχείων στη περιουσία του λήπτη-ασφαλισμένου της 

ασφάλισης ή ακόμα και η δυνατότητα επαύξησης των ήδη υπαρχόντων. Οποιοδήποτε 

λοιπόν, γεγονός-περιστατικό, πράξη ή παράλειψη, από το οποίο συμφωνήθηκε να 

εξαρτάται η υποχρέωση του ασφαλιστή για την καταβολή του ασφαλίσματος 

αποτελεί ασφαλιστικό κίνδυνο (άρθρο 1 παρ. 2 Ασφ.Ν.) 236

Κατά μία διαφορετική προσέγγιση, ο κίνδυνος που καλύπτεται στην ασφάλιση της 

αστικής ευθύνης των μελών της διοίκησης είναι η ενδεχόμενη έγερση αξιώσεων από 

τρίτο πρόσωπο ανεξάρτητα από την ιδιότητα, την έννομη σχέση ή τη δραστηριότητα 

της λήπτριας της ασφάλισης. Τρίτος θεωρείται όποιος εγείρει αξιώσεις από τις 

235 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 25. Αν και στο ν. 2496/1997 άρθρο 1 παρ. 1, τίθεται ξεκάθαρα, ότι η κύρια παροχή του ασφαλιστή είναι η καταβολή του ασφαλίσματος, εντούτοις διατυπώνονται και απόψεις βλ. Μ.Γ.Βαρελα ό.π. σελ. 110 και Δ. Χριστοδούλου, Η προσυμβατική δήλωση στο ιδιωτικό ασφαλιστικό δίκαιο, εκδόσεις ΑΝΤ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Κομοτηνή 2005, σελ.21, που θεωρούν ότι η κύρια παροχή του ασφαλιστή είναι η κάλυψη του κινδύνου. 236 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, εκδόσεις ΑΝΤ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Κομοτηνή 1998, σελ. 3. 

72 

καλυπτόμενες στη σύμβαση ασφάλισης πράξεις, χωρίς να ενδιαφέρει αν οι αξιώσεις 

είναι βάσιμες237

Β. Ο όρος αξίωση 

Αρχικώς αξίζει να ειπωθεί, ότι όπως θα παρατηρήσουμε και κατωτέρω με την 

επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο ασφαλισμένος έχει απαίτηση καταβολής 

από τον ασφαλισμένο της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Προκειμένου, όμως να 

δημιουργηθεί η εν λογω απαίτηση, απαιτείται έγερση των αξιώσεων από μέρους του 

τρίτου-ζημιωθέντος, προς τον ασφαλισμένο, προκειμένου να γεννηθούν και οι 

αξιώσεις του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή ενώ επιπλέον, όπως 

προαναφέρθηκε, απαιτείται και η τήρηση του ασφαλιστικού βάρους της αναγγελίας 

της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης κατ άρθρο 7 παρ. 1 Ασφ.Ν., όχι όμως 

ως προϋπόθεση για τη γένεση των αξιώσεων, απλώς προκειμένου να ενημερωθεί ο 

ασφαλιστής για να καταβάλει το ασφάλισμα (σε περίπτωση παράβασης του 

συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους, ο ασφαλιστής δεν απαλλάσεται από την 

υποχρέωση καταβολής απλά μπορεί να αξιώσει αποζημίωση). 

Στο εν λόγω σημείο της παρούσας εργασίας θα εξετάσουμε, κυρίως, τη διαδικασία 

έγερσης των αξιώσεων του τρίτου ζημιωθέντος προς τον ασφαλισμένο, ως 

προϋπόθεση για τη γένεση της αξίωσης του τελευταίου προς τον ασφαλιστή. 

Ο όρος αξίωση αναφέρεται στην εκκίνηση μιας (δικαστικής συνήθως αλλά και 

εξώδικης) διαδικασίας η οποία προχωρεί κατά ενός διοικούντα, με την ολοκλήρωση 

της οποίας ο διοικητικής μπορεί να βρεθεί υπόλογος για αποζημίωση. Στην ελληνική 

έννομη τάξη ανεξάρτητα με τη διάσταση των απόψεων, που επικρατεί και θα 

αναλυθεί κατωτέρω για το πότε και πως επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, κοινό 

σημείο αποτελεί το κρίσιμο γεγονός της προβολής από μέρους τους τρίτου των 

αξιώσεων του δικαστικώς και εξωδίκως238. Η εξώδικη αξίωση πρέπει να είναι τέτοια 

που να προκαλεί δαπάνες για την αντίκρουση της και να εμπίπτει στο περιεχόμενο, 

237 Βλ. Μ.Γ.Βαρελα ό.π. σελ. 111, όπου παραθέτει τη ξενόγλωσση βιβλιογραφία της διατυπωθείσας αυτής άποψης. 238 Βλ. ΑΠ 1656/2002 «Έτσι με την επίδοση της αγωγής γεννάται η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή έστω κι αν ακόμα δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί, με δικαστική διάγνωση ή εξώδικο καθορισμό, το ύψος της αξίωσης του (ζημιωθέντος) τρίτου». 

73 

που προσδίδει ο νόμος στην κάλυψη, που παρέχει ο ασφαλιστής της αστικής 

ευθύνης239. Η θέση αυτή ξεκινά από την βασική αντίληψη και θέση του άρθρου 7 

παρ. 3240 ν. 2496/1997, ότι στην παροχή του ασφαλιστή έγκειται και η κάλυψη των 

πάσης φύσεων δικαστικών εξόδων αλλά και εξόδων άμυνας του ασφαλισμένου, 

οπότε και η υποχρέωσή του γεννάται με την με οποιοδήποτε τρόπο άσκηση της 

αξίωσης προς αποζημίωσης. Συνεπώς ως αξίωση του τρίτου νοείται οποιαδήποτε 

δικαστική ή εξώδικη απαίτηση καταβολής ή γενικότερα αποκατάστασης της ζημίας, 

ενώ δεν αρκεί η απλή απειλή ή παράκληση. 

Επισημαίνεται241, ότι αρκεί οποιαδήποτε έγγραφη χρηματική απαίτηση από 

οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά του ασφαλισμένου με τον ισχυρισμό 

της τέλεσης άδικης πράξης ή οποιαδήποτε αγωγή ή άλλο ένδικο βοήθημα ενώπιον 

των αστικών δικαστηρίων για χρηματική αποζημίωση ( λ.χ. ανακοπή, στο πλαίσιο 

της αναγκαστικής εκτέλεσης), οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον των διοικητικών 

δικαστηρίων ή διοικητικής εποπτικής αρχής (μέσω προσφυγής, αγωγής, αίτησης 

ακύρωσης), οποιαδήποτε ποινική διαδικασία (μήνυση, έγκληση), καθώς και 

οποιαδήποτε έρευνα από αρμόδια αρχή. Ειδικότερα, όμως, στο συγκεκριμένο είδος 

ασφάλισης (ασφάλιση αστικής ευθύνης) ο όρος αξίωση, πλέον προσδιορίζεται και 

περιορίζεται συμβατικά από τα μέρη στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, οπότε 

καλύπτονται κατά τους συνήθεις ασφαλιστικούς όρους μόνο οι γραπτές αξιώσεις των 

τρίτων (εξώδικες) ή οι αστικές, ποινικές ή διοικητικές διαδικασίες, που εκκινούνται 

με την υποβολή αίτησης (λ.χ. ασφαλιστικά μέτρα) ή αγωγής242

Ό, τι δεν πληροί την έννοια της αξίωσης (ως επιβεβαίωση της επέλευσης της 

ασφαλιστικής περίπτωσης) εντάσσεται στην έννοια των συνθηκών που επιτείνουν τον 

κίνδυνο και πρέπει να αναγγελθούν σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΑσφΝ (βλ. 

αναλυτικά κατωτέρω), ενώ σε κάθε περίπτωση και εφόσον έχει συνομολογηθεί ρήτρα 

μετασυμβατικής ευθύνης η αναγγελία περιστάσεων είναι προς το συμφέρον του 

ασφαλισμένου, ώστε να καλύπτονται, όποτε και αν ασκηθεί η αξίωση των τρίτων. 

Οι αξιώσεις των τρίτων καλύπτονται εφόσον εγερθούν ευθέως κατά των μελών της 

εταιρίας είτε ατομικά είτε εις ολόκληρον με την εταιρία, ενώ αν δεν καλύπτεται η 

239 Βλ. Ι. Ρόκα, ΕΕμπΔ 2003, σελ. 843. 240 Βλ. άρθρο 7 παρ. 3 ν. 2496/1997 «Τα έξοδα που προκύπτουν, εφόσον δικαιολογούνται από τις περιστάσεις, βαρύνουν τον ασφαλιστή, ακόμα και αν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό….» 241 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 113. 242 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 113. 

74 

εσωτερική ευθύνη, οι αξιώσεις των τρίτων που ασκούνται ευθέως κατά της εταιρίας 

και μετά η τελευταία στρέφεται αναγωγικά κατά των μελών της διοίκησης δεν 

καλύπτονται. 

Γ. Οι εταιρικές αξιώσεις 

Ως προαναφέρθηκε τρίτος μπορεί να είναι και η ίδια η λήπτρια της ασφάλισης, 

δηλαδή η ανώνυμη εταιρία, καθώς οι πράξεις των διοικούντων της μπορεί να έχουν 

συνέπειες και προς το νομικό πρόσωπο (εσωτερική ευθύνη), οπότε ζημιωθείς τρίτος 

είναι και η ΑΕ. Για να υπάρχει, βέβαια, κάλυψη θα πρέπει να υπάρχει έναντι της 

εταιρίας και ευθύνη των διοικούντων της σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν σχετικά 

με την εσωτερική ευθύνη των τελευταίων. 

Στα ασφαλιστήρια που κυκλοφορούν στην αγορά, η σχετική ευθύνη δεν καλύπτεται 

απεριόριστα και σε κάθε περίπτωση, λόγω των κινδύνων κατάχρησης τόσο από 

πλευράς εταιρίας, όσο και από πλευράς ασφαλισμένων με την παραδοχή ή ομολογία 

τυχόν παραβάσεων. Ειδικότερα, η λήπτρια της ασφάλισης έχει συμφέρον να λάβει 

την αποζημίωση για την εσωτερική ευθύνη των διοικούντων και να αποφύγει 

οποιοδήποτε μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, ενώ αντίθετα ο ασφαλιστής 

αντιμετωπίζει τον κίνδυνο παραδοχής από τον ασφαλισμένο της ασφαλιστικής 

περίπτωσης ή χρησιμοποίησης του τελευταίου ως μάρτυρα υπέρ της λήπτριας της 

ασφάλισης243

Μάλιστα, επειδή στις χώρες με μεγάλη προϊστορία στο σχετικό προϊόν παρατηρήθηκε 

σχετική τάση των ΑΕ να εγείρουν συχνότερα εταιρικές αξιώσεις, πολλές 

ασφαλιστικές εταιρίες σταμάτησαν να καλύπτουν την εσωτερική ευθύνη. Μία 

εναλλακτική πηγή προστασίας του ασφαλιστή, η οποία έχει αρχίσει να διαδίδεται 

συστηματικά αποτελεί η χρήση συγκεκριμένων ρητρών, που διασφαλίζουν την 

ύπαρξη γνήσιων ασφαλιστικών κινδύνων στο πλαίσιο της εσωτερικής ευθύνης244 245

243 Βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 114. 244 βλ. Μ.Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 114, υποσημείωση 261 «πολλές φορές συμφωνείται η καταβολή ενός πρόσθετου ασφαλίστρου κατά την έγερση αξιώσεων στην εσωτερική ευθύνη από την ΑΕ, το οποίο δεν επιστρέφεται εφόσον αντικρουστεί με επιτυχία η αξίωση, ρήτρα που δημιουργεί αμφιβολίες νομιμότητας, γιατί οδηγεί σε μία εν μέρει παραίτηση κατά το ποσό της όσον αφορά την αξίωση από πλευράς της ΑΕ, χωρίς να τηρούνται οι όροι του νόμου». 

Κεφάλαιο δεύτερο 

Η ασφαλιστική περίπτωση 

Ι. Η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης 

245 Βλ. Μ..Γ.Βαρελά ό.π. σελ. 114-119 αναλυτικά τις εν λόγω ρήτρες, εδώ παρατίθενται εν συντομία οι πιο σημαντικές. 1. Η ρήτρα απόλυσης ή έγερσης δικαστικών αξιώσεων Ειδικότερα και σύμφωνα με μία δέσμη ασφαλιστηρίων, ο κίνδυνος καταχρηστικών συμπεριφορών στο πλαίσιο της εσωτερικής ευθύνης θεωρείται, ότι περιορίζεται σημαντικά με τη συνομολόγηση ρήτρας περί υποχρεωτικής απόλυσης του διοικούντα. Η ρήτρα απόλυσης αναφέρεται και ως ρήτρα χωρισμού κατά την οποία για την ασφαλιστική κάλυψη θα πρέπει και η σχέση με το μέλος του διοικητικού συμβουλίου να καταγγελθεί ως άμεση συνέπεια της παράβασης του καθήκοντος. Η ρήτρα μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες δυσκολίες στη λήπτρια της ασφάλισης, που θα πρέπει να καταβάλει και αποζημίωση για τη λήξη της σχέσης εργασίας, ενώ δε δίνει απάντηση τι θα γίνει εφόσον υπάρχουν και άλλες σχέσεις με το πρόσωπο αυτό π.χ. εφόσον διατηρεί διαχειριστική θέση στις Θυγατρικές. Η ρήτρα έγερσης δικαστικών αξιώσεων, αποτελεί έναν επιπλέον όρο για το μετριασμό των αξιώσεων καθώς περιορίζει την υποχρέωση παροχής του ασφαλιστή σε παραβιάσεις καθήκοντος, που διαπιστώνονται ως τέτοια με δικαστική απόφαση. Η ρήτρα αυτή αποκλείει τις αξιώσεις, που προσδιορίζονται με συμβιβασμό. Η ρήτρα περί μη κάλυψης ίδιας ζημίας Η ρήτρα περί μη κάλυψης της ίδιας ζημίας έχει ως συνέπεια τη μη κάλυψη των εταιρικών αξιώσεων, στο μέτρο και στο βαθμό της συμμετοχής του ασφαλισμένου προσώπου στη λήπτρια της ασφάλισης, γεγονός, που έχει συνέπειες και για την έκταση της κάλυψης επί αλλαγής της μετοχικής σύνθεσης. Στόχος είναι η αποτροπή καταχρήσεων και συμπαιγνιών μεταξύ της εταιρίας και των ασφαλισμένων προσώπων. Η ρήτρα αυτή, ωστόσο, δεν καλύπτει το μεγαλομέτοχο, που έχει κατορθώσει να στελεχώσει τη διοίκηση της εταιρίας με πρόσωπο της εμπιστοσύνης του. εκτός αν υπάρχει άλλη ειδική πρόβλεψη ή αν η αξίωσή του προσβληθεί ως αντίθετη στην καλή πίστη και συνεπώς καταχρηστική. Η ίδια συμμετοχή ανάλογα με τη συμβατική διαμόρφωση αναφέρεται και κρίνεται άλλοτε στο χρόνο παράβασης των καθηκόντων και άλλοτε στο χρόνο έγερσης των αξιώσεων. Εφόσον στη ρήτρα αυτή δεν αναφέρεται το κρίσιμο σημείο στο οποίο πρέπει να συντρέχει η ίδια συμμετοχή, η ρήτρα αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί και θα παραμείνει ανενεργής. Τέλος γίνεται δεκτό, ότι η ρήτρα καλύπτει και εξαιρεί την αξίωση αποκατάστασης της ζημίας της εταιρίας και όχι τα έξοδα άμυνας των αξιώσεων της, τα οποία και καλύπτονται. 

76 

Η ερμηνεία της έννοιας του ασφαλιστικού κινδύνου ακριβώς ανωτέρω έχει τη 

σημασία για τη εν γένει λειτουργία της ασφαλιστικής σύμβασης, ιδιαιτέρως, όμως για 

το ευθύς κατωτέρω αναλυόμενο θέμα, της ασφαλιστικής περίπτωσης, το οποίο 

αποτελεί ζήτημα αμφιλεγόμενο, και έχει απασχολήσει πολλές φορές, ιδιαιτέρως στην 

περίπτωση της ασφάλισης της αστικής ευθύνης, τη θεωρία και τη νομολογία. 

Συγκεκριμένα, ως ασφαλιστική περίπτωση εννοούμε την πραγματοποίηση του 

ασφαλισμένου κινδύνου246 (άρθρο 1 παρ. 1 Ασφ.Ν.«……….όταν επέλθει το 

περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική 

περίπτωση)»)247. Διαφορετική άποψη θεωρεί, ότι η ασφαλιστική περίπτωση δεν 

ταυτίζεται ακριβώς με την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή με τον 

ασφαλισμένο κίνδυνο, αλλά αναφέρεται σ αυτόν, σα γεγονός εκ της 

πραγματοποίησης του οποίου θα επέλθει μεταγενέστερα η ασφαλιστική περίπτωση με 

έγερση αγωγής (βλέπε κατωτέρω ά άποψη περί του θέματος). 

Στην περίπτωση των ασφαλίσεων ζημιάς, υπάρχει η ιδιομορφία, ότι το αντικείμενο 

της ασφάλισης παρουσιάζει έντονη αοριστία, καθώς δεν είναι εύκολο να 

προσδιοριστεί η ύπαρξη και η έκταση του248. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να 

προσδιορίσουμε εκ των προτέρων εάν και πότε θα επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση 

και ποιο θα είναι τότε το μέγεθος της ευθύνης του ασφαλιστή. Έτσι έχουν διατυπωθεί 

οι ακόλουθες απόψεις: 

Α) Τα τελευταία χρόνια, στη νομολογία249 (και μεμονωμένα στη θεωρία250) επικρατεί 

η άποψη, ότι η ασφαλιστική περίπτωση επέρχεται με την έγερση της αγωγής για 

αποζημίωση από το ζημιωθέντα τρίτο στον ασφαλισμένο (όχι δηλαδή από την 

πραγματοποίηση του κινδύνου, ο οποίος μπορεί να έχει συμβεί πολύ πιο πριν από την 

έγερση της αγωγής). Έτσι, η ασφαλιστική περίπτωση είναι στιγμιαία, αφού η παροχή 

246 Η απαραίτητη αιτιώδης συνάφεια για την ενεργοποίηση της ασφαλιστικής κάλυψης είναι ουσιαστικά το ζημιογόνο γεγονός, που έβλαψε το τρίτο να αποτελεί ταυτόχρονα και ζημιογόνο γεγονός καλυπτόμενο από τη σύμβαση, να είναι δηλαδή ταυτόχρονα και ασφαλιζόμενος κίνδυνος. 247 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-θεσσαλονίκη 2014, σελ. 193. 248 Βλ. Ε. Τζίβα, παρατηρήσεις στην υπ’ αριθμ. 1065/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ΕπισκΕΔ 1999, σελ. 486 επ. (489). 

249 Βλ. ΑΠ 966/2003 «….γεννιέται όταν ο τρίτος, που υπέστη τη ζημία και έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει προς τον τελευταίο τη σχετική με την αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή. Και τούτο διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση…..», ΕφΠειρ 1208/2005, ΕφΘεσ 1740/1989, ΕφΠειρ 637/2004. 250 Βλ. Ι. Ρόκας, Ιδιωτική ασφάλιση: Δίκαιο της ασφαλιστικής σύμβασης, της ασφαλιστικής επιχείρησης έκδοση 11η, εκδόσεις ΑΝΤ ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σελ. 404. 

77 

του ασφαλιστή εξαρτάται από την άσκηση της αξίωσης του τρίτου κατά του 

ασφαλισμένου, η οποία πραγματοποιείται σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Η 

αβεβαιότητα ως προς το μέγεθος της ευθύνης, δεν επηρεάζει την επέλευση της 

ασφαλιστικής περίπτωσης, αρκεί η αξίωση του τρίτου να βασίζεται σε αστική ευθύνη 

του ασφαλισμένου. Η ασφαλιστική περίπτωση επέρχεται, όταν ο τρίτος θα ασκήσει 

δικαστικά ή εξώδικα την αξίωσή του, γιατί τότε ακριβώς γεννιέται και η υποχρέωση 

του ασφαλιστή να καλύψει τις αξιώσεις του ασφαλισμένου251 252. Παλαιότερα είχε 

υποστηριχθεί, ότι η ασφαλιστική περίπτωση λάβανε χώρα με την τελεσίδικη 

καταδίκη του ασφαλισμένου253

Β) Από μέρος της θεωρίας254, υποστηρίζεται αντιθέτως, ότι η ασφαλιστική περίπτωση 

είναι «εκτεταμένη». Αρχίζει από το ζημιογόνο γεγονός, τη χρονική στιγμή δηλαδή 

που ο ασφαλισμένος προξένησε τη ζημιά στον τρίτο, τo οποίο μάλιστα γεγονός 

πρέπει να επήλθε κατά τη συμβατική διάρκεια της ασφάλισης255 (ουσιαστική 

διάρκεια ασφάλισης), και φτάνει μέχρι την διαπίστωση της ευθύνης του 

ασφαλισμένου (που μπορεί να είναι πέρα από την ουσιαστική διάρκεια της 

σύμβασης), που γεννάται με την έγερση (δικαστική ή εξώδικη) των αξιώσεων από 

τον τρίτο στον ασφαλισμένο (σημείο γέννησης παράλληλα και των αξιώσεων του 

ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή). Σε όλη αυτή τη χρονική διάρκεια, που είναι 

μακρά, η ευθύνη του ασφαλιστή για τη κάλυψη της ζημίας πιθανολογείται256

Μάλιστα, η θεώρηση της ασφαλιστικής περίπτωσης ως «εκτεταμένης» βοηθάει στην 

αντιμετώπιση ορισμένων κρίσιμων ζητημάτων που προκύπτουν, λόγω της 

ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν οι ασφαλίσεις ζημιών. Έτσι για τον προσδιορισμό 

των ζημιών, κρίσιμος είναι ο χρόνος πραγματοποίησης του ζημιογόνου γεγονότος, 

που ταυτίζεται με την έναρξη της ασφαλιστικής περίπτωσης, ενώ οι αξιώσεις του 

ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή (αξίωση ελευθερώσεως και νομικής 

251 Βλ. ΑΠ 1656/2002«Έτσι με την επίδοση της αγωγής (του τρίτου προς τον ασφαλισμένο) γεννάται η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή». 252 Βέβαια η ευθύνη αυτή του ασφαλιστή, που γεννάται με την έγερση των αξιώσεων του τρίτου, η «αξίωση ελευθέρωσης» δηλαδή του ασφαλισμένου, καθίσταται σ αυτό το στάδιο κατ’ αρχάς απαιτητή, μέχρι και την οριστική διαπίστωση των αξιώσεων του τρίτου. 253 Βλ. ΠΠρΑθ 7892/1961, ΕΕμπΔ 1962, σελ. 218. 254 Βλ. Α.Αργυριάδη, Αρμ 1985, σελ. 1 και Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση 2014, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-θεσσαλονίκη, σελ. 255. 255 Το οποίο η πρώτη άποψη δεν το λαμβάνει υπόψη της. 256 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση 2014, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-θεσσαλονίκη, σελ. 255. 

78 

προστασίας257) γεννώνται τη χρονική στιγμή, που ο ζημιωθείς τρίτος ασκήσει την 

αξίωσή του (και εδώ οι αξιώσεις του ασφαλισμένου προς τον ασφαλιστή γεννώνται 

με την έγερση των αξιώσεων του τρίτου προς τον ασφαλισμένο ανεξάρτητα από το 

γεγονός της διαφωνίας περί της διάρκειας της ασφαλιστικής περίπτωσης258), σημείο 

κομβικό και για το προσδιορισμό της έναρξης της 4ετούς παραγραφής259 των 

αξιώσεων του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή κατ άρθρο 10 Ασφ.Ν260

ΙΙ. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του ασφαλισμένου μετά την ασφαλιστική 

περίπτωση 

Α. Αξίωση ελευθέρωσης και Αξίωση νομικής προστασίας 

  1. Η έννοια της ασφαλιστικής ζημίας-αξίωση ελευθέρωσης 

257 Για τις εν λόγω έννοιες βλέπε παρακάτω. 258 Βλ. ΑΠ 1884/2005 «συνάγεται ότι επί συμβάσεως της ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έναντι τρίτων η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή γεννιέται όταν ο ζημιωθείς τρίτος, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή», ΕφΑθ. 4438/2003, ΕφΠειρ 637/2004, , ΕφΠειρ 1208/2005, οι οποίες βέβαια αποφάσεις αποδέχονται, ότι τότε πραγματώνεται και η ασφαλιστική περίπτωση. 259 Από το συνδυασμό των άρθρων 10 Ασφ.Ν «Αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση(εννοείται του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή και αντιστρόφως και όχι του τρίτου ο οποίος δεν έχει αξιώσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, ούτε κατά του ασφαλισμένου ούτε κατά του ασφαλιστή εφόσον δεν υπάρχει εκ του νόμου ευθεία αγωγή απέναντι του) παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4)……..από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν» και του άρθρου 251 ΑΚ «Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της», προκύπτει ότι οι αξιώσεις του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή παραγράφονται μετά από 4 έτη από το τέλος του έτους, κατά τη διάρκεια του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις, δηλαδή στο τέλος του έτους μέσα στο οποίο ο τρίτος απαίτησε δικαστικώς ή εξωδίκως από τον ασφαλισμένο να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του. Έτσι εάν ο τρίτος λ..χ. ήγειρε τις αξιώσεις του προς τον ασφαλισμένο την 1η Απριλίου του έτους 2003, ο χρόνος έναρξης της παραγραφής είναι η 1η Ιανουαρίου του έτους 2004 και ο χρόνος συμπλήρωσής της η 31η Δεκεμβρίου του έτους 2007. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι κανόνες περί παραγραφής του κοινού δικαίου, όπως ο τρόπος αναστολής και διακοπής. Εδικά ως προς τη διακοπή αξίζει να παραθέσουμε την απόφαση του ΕΦΑΘ 2635/1987, «Εξάλλου κατά το άρθρο 206 ΑΚ “η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίζει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο”. Η αναγνώρισης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά δεν υποβάλλεται δε σε τούτο ούτε είναι ανάγκη να φέρει το χαρακτήρα της δικαιοπραξίας. Αρκεί κάθε ενέργεια του οφειλέτου έναντι του δανειστού, που μαρτυρεί ότι ο οφειλέτης, τελώντας σε πλήρη γνώση της αξίωσης του δανειστή θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει». 260 Βλ. Χατζηνικολάου – Αγγελίδου Ράνια., Η ασφάλιση ευθύνης, διδακτορική διατριβή (1986), σελ. 102 επ. 

79 

Όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας εργασίας, η ασφάλιση της αστικής 

ευθύνης των μελών του ΔΣ, είναι η ασφαλιστική σύμβαση με την οποία ο 

ασφαλιστής καλύπτει τα ασφαλισμένα μέλη του ΔΣ, αφενός από τη δημιουργία χρεών 

στη περιουσία τους, βασισμένων στο νόμο ή σε σύμβαση, τα οποία δημιουργούνται 

από τις αξιώσεις τρίτων (αστική του ευθύνη), και αφετέρου, από την πρόκληση 

δαπανών, που μπορεί να προκύψουν από την απόκρουση βάσιμων ή αβάσιμων 

αξιώσεων ευθύνης του ζημιωθέντος τρίτου261

Η αξίωση επομένως του ασφαλισμένου, κατά ένα μέρος είναι αξίωση ελευθέρωσης, 

για κάλυψη δαπανών, που υποχρεούται να καταβάλει ο ίδιος δικαστικώς ή εξωδίκως, 

λόγω της ζημίας που προκάλεσε σε τρίτο και κατά ένα άλλο μέρος είναι ασφάλιση 

νομικής προστασίας για τις δαπάνες υπεράσπισης του262

Περαιτέρω η συγκεκριμένη ασφάλιση, πρόκειται, αφενός για ασφάλιση ζημιάς, 

καθώς η ασφαλιστική κάλυψη έχει συγκεκριμένη μορφή και ο ασφαλιστής έχει την 

υποχρέωση να αποκαταστήσει τη συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία του 

ασφαλισμένου263 (τη δημιουργία ή την αύξηση, δηλαδή, μιας οφειλής, στη περιουσία 

του ασφαλισμένου, άρθρο 1 και 11 παρ. 1 Ασφ.Ν.) και αφετέρου για ασφάλιση 

παθητικού, αφού αντικείμενο της ασφαλιστικής κάλυψης είναι η κάλυψη των 

παθητικών στοιχείων, των ζημιών, που επιβαρύνουν την περιουσία του 

ασφαλισμένου και οι οποίες δημιουργούνται εξαιτίας της ευθύνης του απέναντι στον 

τρίτο264 265

Από το συνδυασμό των άρθρων 11παρ. 2 266 και 25267 Ασφ.Ν., προκύπτει, ότι η 

ασφαλιστική ζημία268, δεν είναι τίποτα άλλο από τη ζημία, που επέρχεται στη 

261 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 251 262 Βλ. Ι.Ρόκα, Ιδιωτική ασφάλιση, έκδοση 11η, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα-Κομοτηνή 2006, σελ. 393. 263 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, ό.π. σελ. 207. 264 Βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου Ράνια, ό.π. σελ. 251 και σελ. 207, η οποία επισημαίνει ότι η ασφάλιση ζημίας έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα, γι αυτό και το ποσό, που καταβάλλεται ως ασφάλισμα ονομάζεται ασφαλιστική αποζημίωση 265 Βλ. Α.Αργυριάδη, Στοιχεία ασφαλιστικού δικαίου, έκδοση 4η, εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ-Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 80, βέβαια στην ασφάλιση παθητικού δεν μπορεί να προβλεφθεί το ύψος της ζημίας γιατί δεν μπορεί να γίνει εκ των προτέρων υπολογισμός των ζημιών, που θα προκύψουν στην περιουσία του από μία υποτιθέμενη και πιθανή ζημιογόνα ενέργεια του. Έτσι στην ασφάλιση παθητικού μόνο από πριν σταθερό όριο ύψους για την ασφαλιστική αποζημίωση αποτελεί το ασφαλιστικό ποσό (άρθρο 1 παρ. 2. Ασφ.Ν. «Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον……….το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό)……..,»), όπου κατ άρθρο 11 παρ. 3 Ασφ.Ν «Το ασφάλισμα δεν μπορεί να υπερβαίνει……το ασφαλιστικό ποσό». 266 Βλ. άρθρο 11 παρ. 2 Ασφ.Ν «……… δαπάνες απόκρουσης και ικανοποίησης απαιτήσεων τρίτων»

 

#Διοικητικό συμβούλιο , #Civil liability,# Ασφάλιση ,# Αστική ευθύνη,# Insurance , #Board of Directors



Follow by Email25k
Facebook21k
LinkedIn
Share
Instagram
error: Content is protected !!

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο